Μυθολογία · Επίπεδο Β2
Ο Άρης, η Αφροδίτη και το δίχτυ
Ο κουτσός τεχνίτης έπιασε τον θεό του πολέμου χωρίς να σηκώσει όπλο.
Την ιστορία τη διηγείται ένας τραγουδιστής στο παλάτι των Φαιάκων, στην Οδύσσεια, για να διασκεδάσει τους καλεσμένους. Είναι η μόνη φορά που ο Όμηρος γράφει κάτι καθαρά αστείο για τους θεούς.
Η Αφροδίτη ήταν παντρεμένη με τον Ήφαιστο — τον πιο άσχημο και τον πιο ικανό από τους Ολύμπιους. Και συναντούσε κρυφά τον Άρη.
Ο Ήλιος, που βλέπει τα πάντα από ψηλά, το είδε και το είπε στον Ήφαιστο.
Ο τεχνίτης δεν φώναξε και δεν πήγε να τους βρει. Κατέβηκε στο εργαστήριό του και δούλεψε στο αμόνι του σιωπηλός.
Έφτιαξε ένα δίχτυ από αλυσίδες τόσο λεπτές που δεν φαίνονταν — «σαν ιστός αράχνης», λέει ο Όμηρος, τόσο λεπτές που ούτε θεός δεν μπορούσε να τις δει. Το κρέμασε γύρω και πάνω από το κρεβάτι.
Μετά ανακοίνωσε ότι φεύγει ταξίδι στη Λήμνο.
Ο Άρης, που παρακολουθούσε, ήρθε αμέσως. Οι δύο ξάπλωσαν — και το δίχτυ έπεσε. Δεν μπορούσαν να κουνήσουν ούτε δάχτυλο.
Τότε γύρισε ο Ήφαιστος. Στάθηκε στην πόρτα και φώναξε δυνατά όλους τους θεούς να έρθουν να δουν.
Ήρθαν οι άντρες θεοί — ο Δίας, ο Ποσειδώνας, ο Ερμής, ο Απόλλων. Οι θεές, γράφει ο Όμηρος, έμειναν στα σπίτια τους από ντροπή. Και οι θεοί, βλέποντας τη σκηνή, ξέσπασαν σε «ασβέστο γέλωτα» — γέλιο που δεν σβήνει.
Ο Απόλλων ρώτησε τον Ερμή, χαμηλόφωνα, αν θα δεχόταν να είναι στη θέση του Άρη, έτσι δεμένος και μπροστά σε όλους. Και ο Ερμής απάντησε αμέσως ότι θα δεχόταν — ακόμα και με τρεις φορές περισσότερες αλυσίδες. Το γέλιο δυνάμωσε.
Ο Ποσειδώνας ήταν ο μόνος που δεν γελούσε. Επέμενε να τους λύσουν και εγγυήθηκε ο ίδιος για την αποζημίωση που όφειλε ο Άρης. Ο Ήφαιστος τελικά τους έλυσε.
Ο Άρης έφυγε τρέχοντας για τη Θράκη. Η Αφροδίτη πήγε στην Πάφο της Κύπρου, όπου οι Χάριτες την έπλυναν και την έντυσαν ξανά.
Οι Έλληνες κρατούσαν αυτή τη σκηνή για μια συγκεκριμένη ευχαρίστηση. Ο θεός του πολέμου, ο δυνατότερος στη μάχη, νικήθηκε ολοκληρωτικά από έναν κουτσό μεταλλουργό — και όχι σε αγώνα, αλλά σε σχεδιασμό. Ο Ήφαιστος δεν σήκωσε ποτέ όπλο· απλώς έφτιαξε κάτι καλύτερο από όπλο και περίμενε.