Μυθολογία · Επίπεδο Α2
Ο Πάνας και η Σύριγγα
Δύο λέξεις που χρησιμοποιούμε κάθε μέρα γεννήθηκαν από αυτόν τον θεό.
Ο Πάνας ήταν ο θεός των βοσκών και των δασών της Αρκαδίας. Είχε πόδια τράγου, κέρατα και γένια. Λένε ότι όταν γεννήθηκε, η παραμάνα του τον είδε και έφυγε τρέχοντας — αλλά ο πατέρας του, ο Ερμής, γέλασε και τον πήγε περήφανος στον Όλυμπο.
Μια μέρα ο Πάνας είδε μια νύμφη στο δάσος. Την έλεγαν Σύριγγα και ήταν σύντροφος της Άρτεμης. Της μίλησε· εκείνη δεν τον ήθελε και άρχισε να τρέχει.
Ο Πάνας έτρεξε πίσω της. Η Σύριγγα έφτασε στο ποτάμι Λάδωνα και δεν μπορούσε να περάσει. Παρακάλεσε τις αδελφές της, τις νύμφες του νερού, να τη σώσουν.
Ο Πάνας άπλωσε τα χέρια του και την έπιασε — αλλά στα χέρια του δεν κρατούσε κοπέλα. Κρατούσε ένα μάτσο καλάμια.
Στάθηκε εκεί για πολλή ώρα. Ο αέρας πέρασε μέσα από τα καλάμια και έβγαλε έναν ήχο: χαμηλό, παραπονεμένο, πολύ όμορφο.
Ο Πάνας έκοψε καλάμια σε διαφορετικά μήκη, τα έδεσε το ένα δίπλα στο άλλο και τα φύσηξε. Έτσι έφτιαξε το πρώτο μουσικό όργανο από καλάμι. Ονομάζεται ακόμα σύριγγα, ή «φλογέρα του Πανός».
Υπάρχει και δεύτερη λέξη που μας άφησε αυτός ο θεός.
Ο Πάνας κοιμόταν το μεσημέρι, και δεν ήθελε να τον ενοχλεί κανείς. Αν κάποιος περνούσε και τον ξυπνούσε, έβγαζε μια ξαφνική, τρομερή κραυγή. Ο ήχος ερχόταν από παντού και από πουθενά, και όποιος τον άκουγε άρχιζε να τρέχει χωρίς να ξέρει γιατί.
Το ίδιο έκανε και σε ολόκληρους στρατούς. Στον Μαραθώνα, λένε οι Αθηναίοι, ο Πάνας φώναξε μέσα στις γραμμές των Περσών και εκείνοι διαλύθηκαν μόνοι τους.
Αυτός ο ξαφνικός φόβος, που δεν έχει πρόσωπο και απλώνεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, πήρε το όνομά του: πανικός.