grecfacilegrecfacile
← Atrás

Μυθολογία · Επίπεδο Γ2

Από το Χάος στον Όλυμπο: η Θεογονία του Ησιόδου

Πώς ο κόσμος πέρασε από την άβυσσο στην τάξη — και ποιο τίμημα πλήρωσε κάθε γενιά θεών.

Γύρω στο 700 π.Χ., ένας βοσκός από την Άσκρα της Βοιωτίας ισχυρίστηκε ότι οι Μούσες τον συνάντησαν στις πλαγιές του Ελικώνα και του εμφύσησαν «θεία αοιδή». Ο Ησίοδος συνέθεσε έτσι τη Θεογονία, το αρχαιότερο σωζόμενο ελληνικό ποίημα για τη γέννηση των θεών και του κόσμου.

«Ήτοι μεν πρώτιστα Χάος γένετ᾿» — πρώτα απ᾿ όλα γεννήθηκε το Χάος. Με αυτή τη λιτή, σχεδόν αινιγματική φράση αρχίζει η κοσμογονία του Ησιόδου. Το Χάος δεν είναι εδώ η αταξία, όπως το εννοούμε σήμερα, αλλά το αρχέγονο χάσμα, το κενό που προηγείται κάθε μορφής. Κατόπιν αναδύονται η Γαία, «έδος ασφαλές» των πάντων, ο ζοφερός Τάρταρος στα έγκατά της και ο Έρως, «ο ωραιότερος ανάμεσα στους αθάνατους», η γενεσιουργός δύναμη που θα κινεί έκτοτε κάθε ένωση. Η Γαία γεννά μόνη της τον Ουρανό, τον έναστρο ουρανό, «ίσο με τον εαυτό της», για να την περιβάλλει από παντού.

Η πρώτη θεϊκή δυναστεία γεννιέται από την ένωση Γαίας και Ουρανού: οι δώδεκα Τιτάνες, οι μονόφθαλμοι Κύκλωπες και οι τερατώδεις Εκατόγχειρες. Ο Ουρανός όμως, απεχθανόμενος τα τέκνα του, τα κρατούσε κλεισμένα στα σπλάχνα της Γαίας, κι εκείνη, στενάζοντας από το βάρος, εξύφανε δόλο. Κατασκεύασε ένα δρεπάνι από αδάμαντα και ζήτησε εκδικητή· μόνο ο νεότερος, ο «αγκυλομήτης» Κρόνος, τόλμησε. Όταν ο Ουρανός απλώθηκε πάνω στη Γαία, ο γιος τον ακρωτηρίασε, κι από τον αφρό που σχηματίστηκε γύρω από τα μέλη του, εκεί όπου έπεσαν στη θάλασσα, αναδύθηκε κοντά στα Κύθηρα και την Κύπρο η Αφροδίτη. Από τις σταγόνες του αίματος γεννήθηκαν οι Ερινύες και οι Γίγαντες — η βία, μας λέει το ποίημα, δεν μένει ποτέ χωρίς απογόνους.

Ο Κρόνος, εντούτοις, δεν αποδείχθηκε καλύτερος από τον πατέρα του. Γνωρίζοντας από χρησμό της Γαίας ότι ήταν πεπρωμένο να εκθρονιστεί από παιδί του, κατάπινε τα νεογέννητα τέκνα που του χάριζε η Ρέα: την Εστία, τη Δήμητρα, την Ήρα, τον Άδη, τον Ποσειδώνα. Απελπισμένη, η Ρέα κατέφυγε στους γονείς της και, όταν ήρθε η ώρα να γεννήσει τον Δία, τον έκρυψε σε σπήλαιο της Κρήτης· στον Κρόνο πρόσφερε έναν λίθο σπαργανωμένο, τον οποίο εκείνος κατάπιε ανυποψίαστος. Όταν ο Δίας ανδρώθηκε, ανάγκασε τον πατέρα του να εξεμέσει τα αδέλφια του — πρώτον απ᾿ όλα τον λίθο, που στήθηκε αργότερα στους Δελφούς ως σημάδι για τους θνητούς.

Ακολούθησε η Τιτανομαχία, πόλεμος δέκα ολόκληρων ετών ανάμεσα στους Ολύμπιους και τους Τιτάνες. Ο Δίας ελευθέρωσε τους Κύκλωπες, που του δώρισαν σε ένδειξη ευγνωμοσύνης τη βροντή και τον κεραυνό, και τους Εκατόγχειρες, που έριχναν εκατό βράχους μαζί, έναν με κάθε χέρι. Η γη βοούσε, ο πόντος κοχλάζε, ο ουρανός έτρεμε συθέμελα. Οι ηττημένοι Τιτάνες ρίχτηκαν στον Τάρταρο, «τόσο κάτω από τη γη όσο ο ουρανός πάνω από αυτήν», και δεσμώτες φυλάσσονται εκεί αιωνίως. Μία ακόμη δοκιμασία απέμενε: ο Τυφωεύς, το εκατοντακέφαλο τέκνο της Γαίας και του Ταρτάρου, τον οποίο ο Δίας συνέτριψε με τον κεραυνό — η έσχατη απειλή κατά της νέας τάξης.

Η Θεογονία δεν είναι απλή απαρίθμηση γενεαλογιών· είναι αφήγηση για το πώς ο κόσμος περνά από το χάσμα στην τάξη, από την αυθαιρεσία στη νομοτέλεια. Κάθε γενιά κυριαρχεί με βία, ώσπου ο Δίας — που καταπίνει τη Μήτιν, τη σοφία την ίδια, και νυμφεύεται τη Θέμιδα, γεννώντας μαζί της τη Δίκη και την Ειρήνη — ιδρύει μια εξουσία που δεν στηρίζεται πλέον μόνο στον κεραυνό, αλλά και στη δικαιοσύνη. Γι᾿ αυτό και ο ησιόδειος Ζευς δεν εκθρονίζεται ποτέ: η κοσμογονία καταλήγει σε κοσμολογία της τάξης, και ο μύθος γίνεται, ήδη από τον 8ο αιώνα, στοχασμός πάνω στην εξουσία και το δίκαιο.