grecfacilegrecfacile
← Atrás

Μυθολογία · Επίπεδο Β2

Ο Πάτροκλος

Φόρεσε τα όπλα του φίλου του για να σώσει τον στρατό. Ξέχασε πού έπρεπε να σταματήσει.

Ο Αχιλλέας είχε αποσυρθεί από τη μάχη. Χωρίς αυτόν, οι Τρώες έφτασαν ως τα καράβια και άρχισαν να τα καίνε. Ο Πάτροκλος, ο πιο κοντινός του άνθρωπος, ήρθε στη σκηνή του κλαίγοντας.

«Μου θυμώνεις για τον Αγαμέμνονα», του είπε, «και πεθαίνουν άνθρωποι που δεν σου έφταιξαν σε τίποτα». Ζήτησε μία μόνο χάρη: να φορέσει εκείνος την πανοπλία του Αχιλλέα και να βγει με τους Μυρμιδόνες. Οι Τρώες θα νόμιζαν ότι επέστρεψε ο Αχιλλέας και θα υποχωρούσαν.

Ο Αχιλλέας δέχτηκε, και του έδωσε μια εντολή που την επανέλαβε δύο φορές: «Διώξε τους από τα καράβια και γύρνα πίσω. Μην τους κυνηγήσεις ως την πόλη. Μην πας στα τείχη».

Ο Πάτροκλος βγήκε. Έγινε ακριβώς αυτό που είχαν προβλέψει: μόλις είδαν την πανοπλία, οι Τρώες πάγωσαν και άρχισαν να φεύγουν. Η φωτιά έσβησε. Τα καράβια σώθηκαν.

Και εκεί έπρεπε να γυρίσει.

Δεν γύρισε. Τους κυνήγησε μέσα στην πεδιάδα, σκοτώνοντας δεκάδες. Σκότωσε τον Σαρπηδόνα, γιο του ίδιου του Δία, και ο Δίας τον άφησε να πέσει μόνο και μόνο επειδή δεν επιτρέπεται ούτε στους θεούς να αλλάξουν τη μοίρα. Έφτασε ως τα τείχη της Τροίας. Τρεις φορές προσπάθησε να ανέβει. Τρεις φορές τον έσπρωξε πίσω ο Απόλλων. Την τέταρτη, ο θεός του φώναξε να σταματήσει.

Δεν σταμάτησε.

Ο Απόλλων ήρθε πίσω του μέσα σε ομίχλη και τον χτύπησε με την ανοιχτή παλάμη ανάμεσα στους ώμους. Ο Όμηρος περιγράφει τι έγινε με μια σειρά που κόβει την ανάσα: το κράνος έπεσε και κύλησε στη σκόνη· το δόρυ έσπασε στα χέρια του· η ασπίδα γλίστρησε· ο θώρακας λύθηκε μόνος του. Ο θεός τον γύμνωσε πριν τον αγγίξει άνθρωπος.

Μετά τον χτύπησε ένας νεαρός Τρώας από πίσω, και τελευταίος ήρθε ο Έκτορας.

Ο Πάτροκλος, πεθαίνοντας, δεν παρακάλεσε. Του είπε: «Μη μεγαλοπιάνεσαι. Δεν με σκότωσες εσύ. Σε σκοτώνω κι εγώ: δεν θα ζήσεις πολύ — έρχεται ο Αχιλλέας».

Όταν έφτασε η είδηση στη σκηνή, ο Αχιλλέας έριξε στάχτη στο κεφάλι του και έβγαλε μια κραυγή που την άκουσε η μητέρα του στον βυθό της θάλασσας. Επέστρεψε στη μάχη την επόμενη μέρα — όχι για τους Έλληνες, όχι για την Ελένη, όχι για τον Αγαμέμνονα. Και ξέροντας πλέον με βεβαιότητα ότι, σκοτώνοντας τον Έκτορα, θα πέθαινε κι ο ίδιος.

Η Ιλιάδα στρέφεται ολόκληρη σε αυτό το σημείο. Το ποίημα αρχίζει με τον θυμό του Αχιλλέα για ένα ζήτημα γοήτρου και τελειώνει με έναν άνθρωπο που έχασε τον μόνο που αγαπούσε. Ανάμεσα στα δύο υπάρχει ένας θάνατος που δεν θα είχε συμβεί αν κάποιος είχε σταματήσει εκεί που του είπαν.