← Επίπεδα
Ελληνικό λεξιλόγιο: Επιστήμη
15 βασικές ελληνικές λέξεις για το θέμα «Επιστήμη», με μετάφραση και παράδειγμα. Μάθε τες δωρεάν στο grecfacile.
| Ελληνική λέξη | Σημασία | Παράδειγμα |
|---|---|---|
| η επιστήμη | η συστηματική γνώση | Η επιστήμη προχωρά με ερωτήσεις. |
| ο ερευνητής | ψάχνει νέες γνώσεις | Οι ερευνητές δημοσίευσαν τα αποτελέσματα. |
| το πείραμα | δοκιμή για να ελέγξουμε μια ιδέα | Το πείραμα επαναλήφθηκε τρεις φορές. |
| η ανακάλυψη | βρίσκουμε κάτι που υπήρχε | Μεγάλη ανακάλυψη στην ιατρική. |
| η εφεύρεση | φτιάχνουμε κάτι που δεν υπήρχε | Η εφεύρεση άλλαξε τον κόσμο. |
| το εργαστήριο | εκεί γίνονται τα πειράματα | Το δείγμα πήγε στο εργαστήριο. |
| το διάστημα | έξω από τη Γη | Ταξίδι στο διάστημα; |
| ο δορυφόρος | γυρίζει γύρω από τη Γη | Ο δορυφόρος στέλνει εικόνες. |
| το κύτταρο | η μικρότερη μονάδα ζωής | Το σώμα έχει δισεκατομμύρια κύτταρα. |
| ο εγκέφαλος | το κέντρο της σκέψης | Ο εγκέφαλος αγαπά τα παιχνίδια. |
| η εξέλιξη | η σταδιακή αλλαγή | Η εξέλιξη της τεχνολογίας τρέχει. |
| η θεωρία | εξήγηση που στηρίζεται σε στοιχεία | Η θεωρία επιβεβαιώθηκε. |
| η απόδειξη | στοιχείο που δείχνει την αλήθεια | Χρειαζόμαστε αποδείξεις. |
| το φαινόμενο | κάτι που παρατηρούμε | Σπάνιο φυσικό φαινόμενο στον ουρανό. |
| η μέτρηση | βρίσκουμε το «πόσο» | Οι μετρήσεις έγιναν με ακρίβεια. |