← Επίπεδα
Ελληνικό λεξιλόγιο: Επαγγέλματα
15 βασικές ελληνικές λέξεις για το θέμα «Επαγγέλματα», με μετάφραση και παράδειγμα. Μάθε τες δωρεάν στο grecfacile.
| Ελληνική λέξη | Σημασία | Παράδειγμα |
|---|---|---|
| το επάγγελμα | η δουλειά που κάνουμε | Τι επάγγελμα κάνεις; |
| ο γιατρός | μας κάνει καλά | Ο γιατρός είδε τον παππού. |
| ο μηχανικός | φτιάχνει μηχανές ή κτίρια | Ο μηχανικός φτιάχνει το αυτοκίνητο. |
| ο πωλητής | πουλάει στο κατάστημα | Ο πωλητής ήταν πολύ ευγενικός. |
| ο μάγειρας | μαγειρεύει στο εστιατόριο | Ο μάγειρας φτιάχνει μουσακά. |
| ο σερβιτόρος | φέρνει το φαγητό στο τραπέζι | Ο σερβιτόρος έφερε τον λογαριασμό. |
| ο οδηγός | οδηγεί λεωφορείο ή ταξί | Ο οδηγός σταμάτησε στη στάση. |
| ο αστυνομικός | προσέχει την πόλη | Ρώτησα έναν αστυνομικό για τον δρόμο. |
| ο δικηγόρος | βοηθά στα δικαστήρια | Η αδελφή μου είναι δικηγόρος. |
| η γραμματέας | οργανώνει το γραφείο | Η γραμματέας απαντά στα τηλέφωνα. |
| ο αγρότης | δουλεύει στα χωράφια | Ο αγρότης μαζεύει τις ελιές. |
| ο ψαράς | πιάνει ψάρια | Ο ψαράς βγαίνει νωρίς στη θάλασσα. |
| ο δημοσιογράφος | γράφει τις ειδήσεις | Ο δημοσιογράφος κάνει ερωτήσεις. |
| ο ηθοποιός | παίζει στο θέατρο και στις ταινίες | Ο ηθοποιός ήταν καταπληκτικός. |
| ο κομμωτής | κόβει τα μαλλιά | Πάω στον κομμωτή το Σάββατο. |