Μυθολογία · Επίπεδο Γ1
Ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης
Υπερασπίστηκε τις έξι πύλες. Στην έβδομη πήγε ο ίδιος.
Ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης ήταν γιοι του Οιδίποδα. Οι αρχαίες παραδόσεις διαφέρουν στις λεπτομέρειες, συμφωνούν όμως στο σκοτεινό τέλος: ο πατέρας καταράστηκε τους δύο γιους του να σκοτωθούν ο ένας από το χέρι του άλλου.
Σε μια παλιά ποιητική εικόνα, ο Οιδίποδας ευχήθηκε να μοιραστούν την κληρονομιά του με το σίδερο, δηλαδή με τα όπλα.
Σύμφωνα με την εκδοχή που παρουσιάζει ο Ευριπίδης στις Φοίνισσες, τα δύο αδέλφια συμφώνησαν να κυβερνούν έναν χρόνο ο καθένας, εναλλάξ.
Πρώτος πήρε την εξουσία ο Ετεοκλής.
Όταν τελείωσε ο χρόνος, δεν έφυγε.
Ο Πολυνείκης έφυγε από την πόλη, πήγε στο Άργος και παντρεύτηκε την Αργεία, κόρη του βασιλιά Άδραστου. Έπειτα επέστρεψε με στρατό. Αυτός και άλλοι έξι αρχηγοί επιτέθηκαν στις επτά πύλες της Θήβας.
Ο Αισχύλος στήνει το έργο του σαν πολιορκία που την ακούμε αλλά δεν τη βλέπουμε.
Ο Ετεοκλής στέκεται στη μέση της σκηνής και οργανώνει την άμυνα. Ο Αισχύλος τον δείχνει ως ικανό και αποφασιστικό ηγέτη. Προσπαθεί να σταματήσει τις φοβισμένες γυναίκες του χορού από τις κραυγές και τις προσευχές τους, αλλά τους μιλά με σκληρότητα.
Ένας κατάσκοπος παρουσιάζει με τη σειρά τους εχθρούς: ποιος στέκεται σε κάθε πύλη και τι έχει ζωγραφισμένο στην ασπίδα του.
Ο Ετεοκλής απαντά έξι φορές, διαβάζοντας κάθε ασπίδα σαν να ήταν γρίφος και βρίσκοντας τον σωστό άντρα για να την αντιμετωπίσει.
Ο Καπανέας έχει στην ασπίδα του έναν γυμνό άντρα με δαυλό και τη φράση «θα κάψω την πόλη». Ο Ετεοκλής απαντά ότι ο κεραυνός του Δία θα τον σταματήσει. Σε άλλες αφηγήσεις της μάχης, αυτό ακριβώς συμβαίνει.
Ο Αμφιάραος, ο μάντης, είναι ο μόνος με ασπίδα άδεια: δεν θέλει να φαίνεται άριστος, θέλει να είναι.
Στην έβδομη πύλη ο κατάσκοπος αναφέρει τον Πολυνείκη. Στην ασπίδα του, η Δίκη οδηγεί έναν οπλισμένο άντρα. Η επιγραφή δηλώνει ότι θα τον φέρει πίσω και θα του δώσει την πόλη και το πατρικό του σπίτι.
Ο Ετεοκλής ακούει και αλλάζει.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή μιλούσε σαν πολιτικός. Τώρα αρχίζει να μιλάει για την κατάρα του πατέρα τους, και λέει ότι το γένος του Οιδίποδα είναι μισητό στους θεούς και ότι τα δάκρυα δεν ωφελούν.
Ο χορός των γυναικών προσπαθεί να τον σταματήσει. Του λένε ότι δεν χρειάζεται να πάει ο ίδιος. Ότι το αίμα αδελφού δεν καθαρίζεται ποτέ.
Εκείνος απαντά ότι, όταν οι θεοί στέλνουν το κακό, κανείς δεν μπορεί να το αποφύγει.
Και φεύγει.
Ο αγγελιοφόρος γυρίζει με δύο ειδήσεις μαζί. Η πόλη σώθηκε. Οι δύο αρχηγοί έπεσαν ο ένας από το χέρι του άλλου.
Ο Αισχύλος βάζει τον χορό να το πει με μια εικόνα που δεν χρειάζεται εξήγηση: μοιράστηκαν επιτέλους την πατρική περιουσία — τόσο χώμα όσο χρειάζεται για δύο τάφους.
Ο Ευριπίδης, χρόνια αργότερα, παρουσιάζει στις Φοίνισσες μια συνάντηση των δύο αδελφών πριν από τη μάχη. Η μητέρα τους, η Ιοκάστη, προσπαθεί να τους συμφιλιώσει.
Ο Πολυνείκης λέει ότι ζητάει μόνο το δίκιο του και ότι η εξορία είναι το χειρότερο πράγμα που υπάρχει.
Ο Ετεοκλής απαντάει καθαρά: ότι αν πρέπει να αδικήσει κανείς για κάτι, το καλύτερο πράγμα για να αδικήσει είναι η εξουσία.
Και η μητέρα τους στέκεται ανάμεσά τους και δεν καταφέρνει τίποτα.
Στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, ο νέος άρχοντας, ο Κρέοντας, διατάζει να ταφεί με τιμές ο Ετεοκλής και να μείνει άταφος ο Πολυνείκης.
Και τότε μιλάει η αδελφή τους.
Η συμφωνία για την εναλλαγή ανήκει σε μία από τις εκδοχές του μύθου. Μέσα από αυτήν, η σύγκρουση μπορεί να διαβαστεί και ως προειδοποίηση για το κόστος της εξουσίας χωρίς όρια: δύο αδελφοί πεθαίνουν και μια ολόκληρη πόλη κινδυνεύει, επειδή μια συμφωνία παύει να ισχύει μόλις δεν συμφέρει εκείνον που κυβερνά.