Μυθολογία · Επίπεδο Β1
Το τόξο και οι μνηστήρες
Έστησε τον διαγωνισμό η Πηνελόπη. Κανείς δεν σκέφτηκε ποιος άλλος μπορεί να συμμετάσχει.
Είκοσι χρόνια μετά την αναχώρηση του Οδυσσέα, εκατόν οκτώ μνηστήρες κάθονταν κάθε μέρα στο παλάτι του, έτρωγαν τα ζώα του και περίμεναν να διαλέξει η Πηνελόπη έναν από αυτούς.
Δεν άντεχε άλλο. Ανακοίνωσε λοιπόν έναν διαγωνισμό.
Κατέβασε από την αποθήκη το παλιό τόξο του άντρα της — δώρο του Ιφίτου, που ο Οδυσσέας δεν το είχε πάρει ποτέ στον πόλεμο. Έβαλε στη σειρά δώδεκα πελέκια, το ένα πίσω από το άλλο, έτσι ώστε το βέλος να περάσει από όλα.
Ο όρος ήταν απλός: όποιος τεντώσει το τόξο και περάσει ένα βέλος μέσα από τις δώδεκα τρύπες, θα την πάρει.
Στο σπίτι υπήρχε και ένας γέρος ζητιάνος, βρόμικος και κουρελής, που είχε φτάσει λίγες μέρες πριν. Τον είχαν κοροϊδέψει και του είχαν πετάξει ένα σκαμνί.
Πρώτος δοκίμασε ο Τηλέμαχος. Παραλίγο να τεντώσει το τόξο, αλλά ο πατέρας του τού έκανε κρυφά νόημα να σταματήσει.
Έπειτα δοκίμασε ο μνηστήρας Λειώδης και απέτυχε. Ο Αντίνοος ζήτησε από τον Μελάνθιο να ζεστάνει το τόξο κοντά στη φωτιά και να το αλείψει με λίπος, μήπως γίνει πιο εύκαμπτο.
Δοκίμασαν πολλοί. Κανένας δεν μπόρεσε να το τεντώσει.
Τότε ο ζητιάνος ζήτησε να δοκιμάσει.
Οι μνηστήρες θύμωσαν. Η Πηνελόπη όμως είπε ότι έπρεπε να του επιτραπεί, χωρίς αυτό να σημαίνει πως διεκδικούσε τον γάμο. Έπειτα ο Τηλέμαχος έστειλε τη μητέρα του στα δωμάτιά της και ανέλαβε ο ίδιος τη δοκιμασία.
Ο Όμηρος γράφει τη σκηνή με μια εικόνα από τη μουσική. Ο γέρος γύρισε το τόξο στα χέρια του, το κοίταξε προσεκτικά — και μετά το τέντωσε «όπως ένας κιθαρωδός τεντώνει εύκολα μια καινούρια χορδή».
Άφησε το δάχτυλό του να χτυπήσει τη χορδή. Ο ήχος, γράφει, ήταν σαν φωνή χελιδονιού.
Την ίδια στιγμή ο Δίας βρόντηξε.
Ο ζητιάνος πήρε ένα βέλος, δεν σηκώθηκε καν από το σκαμνί του, και το έστειλε μέσα από τα δώδεκα πελέκια χωρίς να αγγίξει κανένα.
Μετά γύρισε στον Τηλέμαχο και του είπε ήσυχα ότι ήρθε η ώρα του δείπνου.
Πήδηξε στο κατώφλι, άδειασε τη φαρέτρα μπροστά στα πόδια του και πέταξε τα κουρέλια του.
Το πρώτο βέλος σκότωσε τον Αντίνοο την ώρα που σήκωνε το κύπελλο. Τότε ο Οδυσσέας αποκάλυψε ποιος ήταν και κατηγόρησε τους μνηστήρες για όσα είχαν κάνει στο σπίτι του.
Οι μνηστήρες έτρεξαν στους τοίχους για όπλα. Δεν υπήρχαν: ο Τηλέμαχος τα είχε κατεβάσει όλα το προηγούμενο βράδυ. Οι πόρτες ήταν κλειδωμένες.
Ακολούθησε η βίαιη σύγκρουση στην αίθουσα, στην οποία ο Οδυσσέας πολέμησε μαζί με τον Τηλέμαχο και τους πιστούς υπηρέτες του. Ο Όμηρος την αφηγείται με πολλές σκληρές λεπτομέρειες, οι οποίες δεν χρειάζεται να επαναληφθούν εδώ.
Η Αθηνά βάζει την ιδέα της δοκιμασίας στον νου της Πηνελόπης. Το αν η Πηνελόπη είχε ήδη καταλάβει ότι ο ζητιάνος ήταν ο Οδυσσέας παραμένει θέμα ερμηνείας. Το ποίημα πάντως δείχνει ότι δεν τον αναγνωρίζει οριστικά παρά αργότερα, όταν τον δοκιμάζει με το μυστικό του συζυγικού τους κρεβατιού.