Μυθολογία · Επίπεδο Α2
Ο ασκός του Αιόλου
Έβλεπαν ήδη τα φώτα της Ιθάκης. Και τότε άνοιξαν το σακί.
Ο Οδυσσέας έφτασε σε ένα νησί που έπλεε στη θάλασσα. Γύρω γύρω είχε έναν χάλκινο τοίχο. Εκεί ζούσε ο Αίολος, ο άνθρωπος στον οποίο ο Δίας είχε δώσει την εξουσία να σταματά ή να σηκώνει τους ανέμους.
Ο Αίολος τούς φιλοξένησε έναν μήνα. Άκουγε τον Οδυσσέα να διηγείται την ιστορία της Τροίας και το ταξίδι των Αχαιών προς την πατρίδα.
Όταν ήρθε η ώρα να φύγουν, ο Αίολος του έκανε ένα δώρο.
Ήταν ένα μεγάλο σακί από δέρμα βοδιού — ένας ασκός. Μέσα είχε βάλει όλους τους δυνατούς ανέμους. Τον έδεσε με ασημένιο σκοινί.
Άφησε έξω μόνο έναν: τον Ζέφυρο, τον άνεμο που θα τους πήγαινε στην Ιθάκη.
Ταξίδεψαν εννιά μέρες και εννιά νύχτες. Ο Οδυσσέας δεν κοιμήθηκε ούτε λεπτό. Κρατούσε ο ίδιος το τιμόνι.
Τη δέκατη μέρα φάνηκε η Ιθάκη. Ήταν τόσο κοντά που έβλεπαν τους ανθρώπους να ανάβουν φωτιές στην ακτή.
Τότε ο Οδυσσέας, από την κούραση, αποκοιμήθηκε.
Οι σύντροφοί του άρχισαν να μιλούν. Ζήλευαν τα δώρα που πίστευαν ότι είχε πάρει ο Οδυσσέας στα ταξίδια του. «Ο Αίολος τού έδωσε χρυσάφι και ασήμι», είπαν. «Τα κρύβει σε αυτό το σακί, ενώ εμείς γυρίζουμε με άδεια χέρια».
Και το άνοιξαν.
Οι άνεμοι πετάχτηκαν έξω όλοι μαζί. Έγινε θύελλα. Τα καράβια γύρισαν πίσω, μακριά, ως το νησί του Αιόλου.
Ο Οδυσσέας ξύπνησε στη μέση της θάλασσας.
Πήγε πάλι στον Αίολο και ζήτησε βοήθεια. Αλλά εκείνος τον έδιωξε από την πόρτα: «Φύγε. Δεν βοηθώ άνθρωπο που τον μισούν οι θεοί».
Λέμε σήμερα «άνοιξε ο ασκός του Αιόλου» —ή, συχνότερα, «άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου»— όταν μια πράξη ελευθερώνει πολλές δυνάμεις ή προκαλεί προβλήματα που δύσκολα ελέγχονται.