grecfacilegrecfacile
← Geri

Μυθολογία · Επίπεδο Γ2

Ο Δευκαλίων και η Πύρρα

Ο ελληνικός κατακλυσμός — και η ανθρωπότητα που ξαναγεννήθηκε από τις πέτρες.

Σχεδόν κάθε αρχαίος πολιτισμός της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής διηγήθηκε έναν κατακλυσμό που αφάνισε την ανθρωπότητα. Η ελληνική εκδοχή, την οποία παραδίδουν κυρίως ο Απολλόδωρος και, με αφηγηματική λάμψη, ο Οβίδιος, έχει στο κέντρο της ένα ζευγάρι δικαίων: τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα.

Ο Δευκαλίων ήταν γιος του Προμηθέα και βασίλευε στη Φθία· η Πύρρα, «η πυρρόξανθη», ήταν κόρη του Επιμηθέα και της Πανδώρας, η πρώτη κόρη που γεννήθηκε από θνητή γυναίκα. Όταν ο Δίας αποφάσισε να αφανίσει το γένος του χαλκού για την ασέβειά του — ο Οβίδιος προτάσσει ως σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι την ανοσιουργία του Λυκάονα, που τόλμησε να προσφέρει στον θεό ανθρώπινη σάρκα — ο Προμηθέας, προγνωρίζοντας ως συνήθως, συμβούλευσε τον γιο του να κατασκευάσει μια λάρνακα, να τη γεμίσει με τα απαραίτητα και να κλειστεί μέσα με τη γυναίκα του.

Ο Δίας άνοιξε τους καταρράκτες του ουρανού· ο Νότος έσταζε από τα φτερά του, ο Ποσειδών κάλεσε σε βοήθεια ποταμούς και κύματα. Η θάλασσα και η ξηρά έπαψαν να ξεχωρίζουν — «όλα ήταν πέλαγος, και το πέλαγος δεν είχε ακτές», γράφει ο Οβίδιος. Οι κορυφές μόνο των βουνών πρόβαλλαν, και τα ψάρια κολυμπούσαν ανάμεσα στα κλαδιά των δρυών. Εννέα ημέρες και εννέα νύχτες θαλασσοδέρνονταν οι δύο τους, ώσπου η λάρνακα προσάραξε — κατά την επικρατέστερη παράδοση — στις κορυφές του Παρνασσού. Όταν οι βροχές κόπασαν, ο Δευκαλίων βγήκε και θυσίασε στον Δία Φύξιο, τον προστάτη των φυγάδων· και ο θεός, καθώς εκτιμούσε την ευσέβειά του, έστειλε τον Ερμή να του υποσχεθεί όποια χάρη ζητήσει.

Ο κόσμος που αντίκρισαν ήταν μια έρημος από λάσπη και σιωπή. «Από όλη τη γη, εμείς οι δύο είμαστε το πλήθος», λέει στον Οβίδιο ο Δευκαλίων στη σύντροφό του, με μια από τις πιο συγκινητικές φράσεις της λατινικής ποίησης. Το ζεύγος ζήτησε λοιπόν έναν τρόπο να ανασυσταθεί το ανθρώπινο γένος. Η απάντηση δόθηκε με χρησμό — στον Οβίδιο από τη Θέμιδα, την αρχαία δέσποινα των Δελφών: «Καλύψτε το κεφάλι, λύστε τις ζώνες σας, και ρίξτε πίσω από την πλάτη σας τα οστά της μεγάλης μητέρας».

Η Πύρρα ανατρίχιασε: πώς να βεβηλώσει τα οστά της μητέρας της; Ο Δευκαλίων όμως, γνήσιος γιος του προνοητικού Τιτάνα, διείδε το αίνιγμα: μητέρα όλων είναι η Γη, και οστά της οι πέτρες. Βάδισαν λοιπόν με καλυμμένα πρόσωπα, ρίχνοντας πέτρες πίσω τους· και οι πέτρες μαλάκωναν, έχαναν την τραχύτητά τους, έπαιρναν μορφή. Όσες έριξε ο Δευκαλίων έγιναν άνδρες, όσες η Πύρρα γυναίκες. Γι᾿ αυτό, σχολιάζουν οι αρχαίοι με ένα λογοπαίγνιο αμετάφραστο, ο λαός λέγεται «λαός»: από τον «λάαν», την πέτρα. Και γι᾿ αυτό, προσθέτει ο Οβίδιος, είμαστε «γένος σκληρό, δοκιμασμένο στους μόχθους, και δίνουμε αποδείξεις της καταγωγής μας».

Από τους ίδιους γεννήθηκαν έπειτα και παιδιά, πρώτος ο Έλλην, ο επώνυμος πρόγονος των Ελλήνων· από τους γιους του, τον Δώρο, τον Ξούθο και τον Αίολο, και τους εγγονούς του Ίωνα και Αχαιό, πήραν το όνομά τους οι Δωριείς, οι Αιολείς, οι Ίωνες και οι Αχαιοί — τα φύλα του ιστορικού ελληνισμού. Έτσι ο μύθος του κατακλυσμού λειτούργησε και ως γενεαλογικός χάρτης: ολόκληρο το έθνος αναγόταν σε έναν δίκαιο άνθρωπο που σώθηκε για την ευσέβειά του.

Οι ομοιότητες με τον Ουτναπιστίμ του Γιλγαμές και τον βιβλικό Νώε είναι προφανείς και υποδηλώνουν κοινή ανατολική καταβολή του μοτίβου. Η ελληνική εκδοχή έχει ωστόσο τη δική της σφραγίδα: δεν τελειώνει με ουράνιο τόξο και διαθήκη, αλλά με μια χειρωνακτική, σχεδόν γεωργική χειρονομία — δύο επιζώντες που σπέρνουν πέτρες σε λασπωμένη γη. Η ανθρωπότητα, λέει ο μύθος, δεν χαρίζεται δεύτερη φορά· ξαναχτίζεται, πέτρα την πέτρα, με σκυμμένο κεφάλι και χωρίς να κοιτάζει πίσω.