grecfacilegrecfacile
← Geri

Μυθολογία · Επίπεδο Α2

Ο Οδυσσέας και οι Σειρήνες

Πώς ακούς ένα τραγούδι που σε σκοτώνει — και ζεις για να το θυμάσαι.

Ο Οδυσσέας γύριζε στην πατρίδα του, την Ιθάκη. Ο δρόμος ήταν μακρύς και επικίνδυνος. Πριν φύγει από το νησί της, η μάγισσα Κίρκη τον προειδοποίησε για κάτι φοβερό.

«Θα περάσεις από το νησί των Σειρήνων», του είπε. «Τραγουδούν πιο όμορφα από κάθε άλλο πλάσμα στον κόσμο. Όποιος ακούει το τραγούδι τους, θέλει να πάει κοντά τους. Και το καράβι του σπάει στα βράχια. Κανείς δεν επιστρέφει».

Ο Οδυσσέας σκέφτηκε. Ήξερε κάτι για τον εαυτό του: ήταν πολύ περίεργος. Ήθελε πάντα να μάθει, να δει, να ακούσει. Ήξερε ότι εκείνη τη στιγμή δεν θα ήταν δυνατός. Θα ήθελε να πάει κοντά τους.

Έτσι έκανε ένα σχέδιο — όχι για τους άλλους, αλλά για τον ίδιο του τον εαυτό.

Πήρε κερί και το έβαλε στα αυτιά όλων των ναυτών του. Τώρα δεν άκουγαν τίποτα. Μετά τους είπε: «Δέστε με με σχοινιά στο κατάρτι. Και ακούστε με καλά: αν σας φωνάξω να με λύσετε, μη με λύσετε. Δέστε με πιο δυνατά».

Το καράβι πλησίασε το νησί. Ο αέρας σταμάτησε. Και τότε άρχισε το τραγούδι.

Ήταν το πιο γλυκό πράγμα που είχε ακούσει ποτέ ο Οδυσσέας. Οι Σειρήνες τραγουδούσαν γι' αυτόν, με το όνομά του. Του έλεγαν ότι ξέρουν τα πάντα, ότι θα του πουν όλα τα μυστικά του κόσμου. Ο Οδυσσέας ξέχασε την Ιθάκη. Ξέχασε τη γυναίκα του, τον γιο του, το σπίτι του. Φώναζε στους ναύτες: «Λύστε με! Λύστε με τώρα!»

Αλλά οι ναύτες δεν άκουγαν τίποτα. Είδαν μόνο το πρόσωπό του και έκαναν αυτό που τους είχε πει: τον έδεσαν πιο δυνατά.

Το καράβι πέρασε. Το τραγούδι έγινε σιγά σιγά πιο μακρινό και μετά σταμάτησε. Οι ναύτες έβγαλαν το κερί και έλυσαν τον Οδυσσέα. Εκείνος δεν είπε τίποτα για πολλή ώρα.

Ήταν ο μόνος άνθρωπος που άκουσε το τραγούδι των Σειρήνων και έζησε. Όχι επειδή ήταν πιο δυνατός από τους άλλους — αλλά επειδή ήξερε ότι δεν ήταν.