Μυθολογία · Επίπεδο Α1
Οι Κέρκωπες
Δύο κλέφτες κρέμονταν ανάποδα από ένα ξύλο — και έβαλαν τον Ηρακλή να γελάσει.
Οι Κέρκωπες ήταν δύο αδέλφια, γνωστοί ως πονηροί κλέφτες. Οι παλιές ιστορίες δεν συμφωνούν για τα ονόματά τους ούτε για τον τόπο όπου ζούσαν.
Η μητέρα τους τους είχε πει κάτι που δεν κατάλαβαν ποτέ: «Προσέξτε τον Μελάμπυγο». Η λέξη σημαίνει «αυτόν με τα μαύρα οπίσθια».
Μια μέρα βρήκαν έναν δυνατό άντρα να κοιμάται. Δίπλα του ήταν τα όπλα του.
Πλησίασαν αθόρυβα και άρχισαν να τα παίρνουν.
Ο άντρας ξύπνησε. Ήταν ο Ηρακλής.
Τους έπιασε, τους έδεσε από τα πόδια και τους κρέμασε ανάποδα, έναν σε κάθε άκρη ενός μακριού ξύλου. Έβαλε το ξύλο στον ώμο του και ξεκίνησε.
Τα δύο αδέλφια κρέμονταν με το κεφάλι προς τα κάτω και κοιτούσαν τον Ηρακλή.
Και τότε είδαν τα σκούρα, τριχωτά οπίσθιά του. Κατάλαβαν ποιος ήταν και θυμήθηκαν τα λόγια της μητέρας τους.
Ο Ηρακλής ήταν ο Μελάμπυγος.
Και άρχισαν να γελάνε. Γελούσαν τόσο δυνατά, κρεμασμένοι ανάποδα, που ο Ηρακλής σταμάτησε και ρώτησε τι συμβαίνει.
Του το εξήγησαν.
Ο Ηρακλής γέλασε κι αυτός — και τους άφησε ελεύθερους.
Η αστεία αυτή σκηνή ήταν γνωστή από πολύ παλιά. Οι αρχαίοι την έδειχναν συχνά σε αγγεία και σε γλυπτά: δύο κλέφτες σώθηκαν, επειδή έκαναν τον δυνατό ήρωα να γελάσει. Σε άλλες ιστορίες, οι Κέρκωπες συνέχισαν να κλέβουν και αργότερα ο Δίας τούς έκανε πιθήκους.