grecfacilegrecfacile
← Назад

Μυθολογία · Επίπεδο Γ2

Η Αλκυόνη και οι αλκυονίδες μέρες

Γιατί καταμεσής του χειμώνα η ελληνική θάλασσα γαληνεύει για λίγες, ηλιόλουστες μέρες.

Οι «αλκυονίδες μέρες» είναι από τις ελάχιστες εκφράσεις της νεοελληνικής που κουβαλούν ατόφιο έναν αρχαίο μύθο: τις ξέρει κάθε δελτίο καιρού, μα πίσω τους κρύβεται μια από τις τρυφερότερες ιστορίες αγάπης της αρχαιότητας, όπως τη διηγήθηκε αριστοτεχνικά ο Οβίδιος στο ενδέκατο βιβλίο των Μεταμορφώσεων.

Ο Κήυκας, βασιλιάς της Τραχίνας και γιος του Εωσφόρου, του αυγερινού άστρου, ζούσε με τη σύζυγό του Αλκυόνη, κόρη του Αιόλου, του κυρίου των ανέμων, μια ευτυχία αδιατάρακτη. Όταν όμως αλλεπάλληλα κακά σημάδια θορύβησαν τον βασιλιά, αποφάσισε να ταξιδέψει διά θαλάσσης στην Κλάρο, να συμβουλευθεί το μαντείο του Απόλλωνα. Η Αλκυόνη, που ως κόρη του Αιόλου γνώριζε «τι μπορούν οι άνεμοι όταν σμίξουν», τον ικέτευσε να μην ταξιδέψει, ή τουλάχιστον να την πάρει μαζί του: «Έτσι θα υποφέρουμε τουλάχιστον μαζί». Ο Κήυκας, μη θέλοντας να την εκθέσει στον κίνδυνο, της υποσχέθηκε επιστροφή «πριν γεμίσει δύο φορές το φεγγάρι» και απέπλευσε· εκείνη έμεινε στην ακτή, ακολουθώντας με το βλέμμα το πανί ώσπου χάθηκε.

Καταμεσής του πελάγους έπεσε η νύχτα και μαζί της η θύελλα — μια από τις μεγαλειωδέστερες περιγραφές τρικυμίας της αρχαίας λογοτεχνίας. Τα κύματα ορθώνονταν σαν βουνά, το σκάφος άνοιξε, και ο Κήυκας, κρατημένος από ένα σανίδι, δεν είχε στα χείλη του παρά ένα όνομα: «Αλκυόνη». Μία μόνο χάρη ζητούσε από τα κύματα — να ξεβράσουν το σώμα του εκεί όπου θα το έβρισκαν τα χέρια της. Στην Τραχίνα, εν τω μεταξύ, η Αλκυόνη ανύποπτη ύφαινε τα ρούχα της υποδοχής και προσευχόταν καθημερινά στην Ήρα για την επιστροφή ενός ανθρώπου που δεν ζούσε πια. Η θεά, μη αντέχοντας άλλο τις προσευχές για έναν νεκρό, έστειλε την Ίριδα στο παλάτι του Ύπνου· κι εκείνος πρόσταξε τον γιο του τον Μορφέα, τον αριστοτέχνη των μορφών, να παρουσιαστεί στο όνειρο της βασίλισσας με τη μορφή του πνιγμένου: χλωμός, γυμνός, με τα μαλλιά να στάζουν, «εγώ είμαι, ο Κήυκας — μη με περιμένεις άλλο».

Την αυγή η Αλκυόνη έτρεξε στην ακτή, στο σημείο απ᾿ όπου τον είχε ξεπροβοδίσει. Κάτι έπλεε στο νερό· κι όσο πλησίαζε το κύμα, τόσο η καρδιά της αναγνώριζε. Ήταν εκείνος. «Έτσι μου γυρίζεις, λοιπόν, ταλαίπωρε σύζυγε;» Πήδησε στον κυματοθραύστη — και δεν έπεσε: φτερά τη σήκωσαν. Μεταμορφωμένη σε πουλί, πέταξε ώς το σώμα και το αγκάλιασε με τις φτερούγες, φιλώντας το με το ράμφος. Και καθώς οι θεοί λυπήθηκαν επιτέλους το ζευγάρι, ξαναζωντάνεψαν και τον Κήυκα με την ίδια μορφή. Έγιναν και οι δύο αλκυόνες, και η αγάπη τους, σχολιάζει ο Οβίδιος, «έμεινε και στα πουλιά ακέραιη» — ζευγάρι αχώριστο πάνω από τα κύματα.

Στο τέλος της ιστορίας ο μύθος συναντά τη μετεωρολογία. Η αλκυόνα — που οι αρχαίοι την ταύτιζαν με ένα θαλασσοπούλι, πιθανότατα την ψαροφάγο αλκυόνη με τα γαλαζωπά φτερά — πίστευαν ότι γεννά καταμεσής του χειμώνα, σε φωλιά που επιπλέει στο πέλαγος. Για επτά μέρες πριν και επτά μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο, ο Αιόλος, από στοργή για την κόρη του, φυλακίζει τους ανέμους και απλώνει γαλήνη, ώσπου να μεγαλώσουν τα μικρά. Αυτές είναι οι αλκυονίδες μέρες — τις μνημονεύουν ήδη ο Σιμωνίδης και ο Αριστοτέλης — και το φαινόμενο είναι υπαρκτό: σχεδόν κάθε ελληνικός Ιανουάριος χαρίζει τέτοια παράθυρα ήλιου και νηνεμίας.

Αξίζει μια υποσημείωση: ο Απολλόδωρος διασώζει και αυστηρότερη εκδοχή, κατά την οποία το ζεύγος τιμωρήθηκε με τη μεταμόρφωση επειδή αποκαλούσαν αλαζονικά ο ένας τον άλλον «Δία» και «Ήρα». Η παράδοση όμως που επικράτησε είναι η άλλη — και δικαίως. Γιατί εδώ, κατ᾿ εξαίρεση στον αρχαίο μύθο, η μεταμόρφωση δεν είναι τιμωρία αλλά λύτρωση: ο θάνατος νικιέται όχι με αθανασία, αλλά με μια δεύτερη, ταπεινότερη ζωή, φτιαγμένη από φτερά, αλάτι και πίστη. Κάθε φορά που μεσοχείμωνα γαληνεύει το Αιγαίο, η γλώσσα μας θυμάται ακόμη εκείνη την αγάπη.