grecfacilegrecfacile
← Retour

Μυθολογία · Επίπεδο Γ2

Τα πέντε γένη των ανθρώπων (Έργα και Ημέραι)

Χρυσός, άργυρος, χαλκός, ήρωες, σίδηρος: η πρώτη ιστορία της παρακμής του ανθρώπου.

Στα Έργα και Ημέραι, ποίημα γραμμένο με αφορμή μια κτηματική διαφορά με τον αδελφό του Πέρση, ο Ησίοδος διακόπτει τις νουθεσίες του για να αφηγηθεί «έναν άλλο λόγο»: πώς θεοί και θνητοί γεννήθηκαν από την ίδια ρίζα, και πώς η ανθρωπότητα πέρασε από πέντε διαδοχικά γένη — μια πορεία που μοιάζει με βαθμιαία, αν και όχι ευθύγραμμη, έκπτωση.

Πρώτο έπλασαν οι αθάνατοι το χρυσό γένος, την εποχή που βασίλευε ακόμη ο Κρόνος. Οι άνθρωποι εκείνοι ζούσαν «ωσάν θεοί», με την ψυχή ανέφελη, μακριά από μόχθους και οδύνη· τα γηρατειά δεν τους άγγιζαν, και η γη καρποφορούσε αφ᾿ εαυτής, «αυτομάτη», πλούσια και απροκάλυπτα γενναιόδωρη. Πέθαιναν σαν να τους έπαιρνε ο ύπνος. Όταν η γη σκέπασε αυτό το γένος, οι άνθρωποί του έγιναν δαίμονες αγαθοί, επίγειοι φύλακες των θνητών, περιφερόμενοι αόρατοι και επιβλέποντες τις κρίσεις και τα άδικα έργα.

Ακολούθησε το αργυρό γένος, «πολύ χειρότερο», που δεν έμοιαζε με το χρυσό ούτε στο σώμα ούτε στο φρόνημα. Τα παιδιά του μεγάλωναν εκατό χρόνια δίπλα στη μητέρα τους, νήπια μεγαλόσωμα, κι όταν επιτέλους ενηλικιώνονταν, ζούσαν ελάχιστα και μέσα στον πόνο, γιατί δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν την ύβριν μεταξύ τους και αρνούνταν να τιμούν τους θεούς. Ο Δίας, οργισμένος, τους έκρυψε κάτω από τη γη· τιμώνται ωστόσο κι αυτοί, ως μάκαρες υποχθόνιοι, δεύτερης τάξεως.

Τρίτο ήρθε το χάλκινο γένος, πλασμένο από μελίες, τις νύμφες των φράξων, των δέντρων που έδιναν τα κοντάρια του πολέμου· γένος «δεινόν και όβριμον», που αγαπούσε τα στενάγματα του Άρη. Χάλκινα ήταν τα όπλα του, χάλκινα τα σπίτια, με χαλκό δούλευε — «μέλας δ᾿ ουκ έσκε σίδηρος». Αλληλοεξοντώθηκαν με τα ίδια τους τα χέρια και κατέβηκαν ανώνυμοι στον «ευρώεντα» δόμο του Άδη· ο θάνατος τούς πήρε, όσο τρομεροί κι αν ήταν, «μαύρος».

Και εδώ ο Ησίοδος αιφνιδιάζει: η πτωτική κλίμακα των μετάλλων διακόπτεται. Τέταρτο έρχεται το γένος των ηρώων, «δικαιότερο και άρειον», οι ημίθεοι που πολέμησαν στη Θήβα για τα κοπάδια του Οιδίποδα και στην Τροία για την ωραία Ελένη. Άλλους τους σκέπασε ο θάνατος· σε άλλους ο Δίας χάρισε βίο και κατοικία στα πέρατα της γης, στις Νήσους των Μακάρων κοντά στον βαθυδίνη Ωκεανό, όπου η γη καρπίζει τρεις φορές τον χρόνο. Η παρεμβολή αυτή δείχνει ότι ο ποιητής συρράπτει δύο παραδόσεις: τον ανατολικής προέλευσης μύθο των μεταλλικών γενών και την ελληνική επική μνήμη, που δεν δεχόταν να λογαριάζει τους ήρωες του Ομήρου ως παρακμή.

Πέμπτο, τέλος, είναι το σιδηρούν γένος — το δικό μας. «Είθε να μην ζούσα εγώ ανάμεσα στους πέμπτους», αναστενάζει ο ποιητής, «αλλά ή να είχα πεθάνει πρωτύτερα ή να είχα γεννηθεί έπειτα». Οι άνθρωποι του σιδήρου δεν θα πάψουν να μοχθούν την ημέρα και να φθείρονται τη νύχτα· ανάμεικτα ωστόσο θα έχουν και κάποια καλά. Ο Ησίοδος προφητεύει το τέλος: όταν τα παιδιά γεννιούνται με γκρίζους κροτάφους, όταν ο ξένος δεν τιμάται ούτε ο γονιός, όταν το δίκαιο θα βρίσκεται «στα χέρια» του ισχυρότερου, τότε η Αιδώς και η Νέμεσις, ντυμένες στα λευκά, θα εγκαταλείψουν τους ανθρώπους για τον Όλυμπο, αφήνοντας πίσω μόνο «λυγρά άλγεα» — και καμία άμυνα απέναντι στο κακό.

Ο μύθος των γενών δεν είναι ιστοριογραφία αλλά ηθική παραίνεση: υπενθυμίζει στον Πέρση — και σε κάθε αναγνώστη — ότι η δίκη και ο μόχθος είναι το μόνο αντίβαρο στη φθορά. Η ιδέα της «χρυσής εποχής» που χάθηκε θα γονιμοποιήσει έκτοτε ολόκληρη τη δυτική σκέψη, από τον Πλάτωνα και τον Οβίδιο ώς τις σύγχρονες ουτοπίες· κάθε φορά που μιλούμε για «χρυσές εποχές», μιλούμε ακόμη τη γλώσσα του Ησιόδου.