grecfacilegrecfacile
← Retour

Μυθολογία · Επίπεδο Γ2

Η Σελήνη και ο Ενδυμίων

Ένας αιώνιος ύπνος, μια αθάνατη ερωτευμένη — ευλογία ή η πιο γλυκιά καταδίκη;

Ο μύθος του Ενδυμίωνα δεν σώζεται σε καμία εκτενή αρχαία αφήγηση· φτάνει σε εμάς θραυσματικά, από στίχους της Σαπφούς, μνείες στον Απολλώνιο τον Ρόδιο και τον Θεόκριτο, τις γενεαλογίες του Απολλοδώρου και του Παυσανία. Ίσως γι᾿ αυτό ακριβώς γοήτευσε τόσο: είναι ένας μύθος-εικόνα, μια σκηνή λουσμένη σε φεγγαρόφωτο, που ο καθένας συμπληρώνει όπως θέλει.

Οι παραδόσεις διχάζονται ήδη ως προς το ποιος ήταν. Για τους Ηλείους, όπως παραδίδει ο Παυσανίας, ο Ενδυμίων ήταν βασιλιάς της Ήλιδας, γιος του Αέθλιου και εγγονός του Διός, που όρισε τη διαδοχή του βάζοντας τους γιους του να τρέξουν αγώνα δρόμου στην Ολυμπία. Για την ιωνική παράδοση όμως — κι αυτή είναι η εκδοχή που αγάπησε η ποίηση — ήταν ένας νεαρός βοσκός ή κυνηγός στο όρος Λάτμος της Καρίας, απέναντι από τη Μίλητο, ωραίος όσο κανείς θνητός. Εκεί, σε μια σπηλιά της βουνοπλαγιάς, τον είδε μια νύχτα από ψηλά η Σελήνη, η θεά του φεγγαριού με το αργυρό άρμα, και τον ερωτεύθηκε.

Έκτοτε, κάθε νύχτα, η θεά παρέκκλινε από την ουράνια πορεία της — γι᾿ αυτό, έλεγαν οι αρχαίοι, το φεγγάρι αργεί, χάνεται και ξαναφαίνεται — και κατέβαινε στη σπηλιά του Λάτμου να κοιτάξει τον κοιμισμένο νέο. Οι στίχοι του Θεόκριτου τον μακαρίζουν, και το απόσπασμα που αποδίδεται στη σαπφική παράδοση κρατά τη μνήμη μιας θεάς που «κατέβαινε από τον ουρανό» για χάρη ενός θνητού. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος βάζει μάλιστα τη Σελήνη να ειρωνεύεται τη Μήδεια, όταν τη βλέπει να τρέχει νύχτα προς τον Ιάσονα: «Δεν είμαι, λοιπόν, μόνη εγώ που σεργιανίζω για έναν έρωτα στο σπήλαιο του Λάτμου».

Το κέντρο του μύθου είναι ο περίφημος ύπνος. Κατά τον Απολλόδωρο, ο Δίας πρόσφερε στον Ενδυμίωνα να διαλέξει ό,τι επιθυμούσε, κι εκείνος διάλεξε να κοιμάται αγέραστος και αθάνατος για πάντα. Άλλες πηγές αντιστρέφουν τη φορά: τον ύπνο τον ζήτησε η Σελήνη, για να μένει ο αγαπημένος της αιωνίως νέος και αιωνίως δικός της· ή τον επέβαλε ο Δίας ως τιμωρία, όταν ο νέος, ανεβασμένος στον Όλυμπο, τόλμησε να ποθήσει την Ήρα. Σε κάθε εκδοχή το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: ένα σώμα αναλλοίωτο μέσα στη σπηλιά, με τα μάτια κλειστά — αν και μια παράδοση θέλει να κοιμάται «με ανοιχτά τα μάτια», για να βλέπει, έστω μέσα στον ύπνο, την αγαπημένη του. Ο Παυσανίας προσθέτει ότι η Σελήνη απέκτησε μαζί του πενήντα θυγατέρες — αριθμό που οι μελετητές συνδέουν με τους πενήντα σεληνιακούς μήνες μιας Ολυμπιάδας: πίσω από τον έρωτα κρύβεται και ένα αρχαίο ημερολόγιο.

Τι σημαίνει όμως αυτή η παράδοξη ευτυχία; Οι αρχαίοι ήδη δίσταζαν. «Ύπνος Ενδυμίωνος» έγινε παροιμιακή έκφραση για τον βαθύ, ατελείωτο ύπνο — άλλοτε με θαυμασμό, άλλοτε με ειρωνεία για τους ράθυμους. Οι φιλόσοφοι χρησιμοποίησαν τον μύθο ως πρόβλημα: ο Αριστοτέλης παρατηρεί στα Ηθικά Νικομάχεια ότι μια ζωή σαν του Ενδυμίωνα, δίχως ενέργεια και πράξη, δεν μπορεί να λογίζεται ευδαιμονία — τι αξίζει η αθανασία, αν δεν τη ζεις; Από την άλλη, οι ρωμαϊκές σαρκοφάγοι απεικονίζουν με προτίμηση τον κοιμώμενο Ενδυμίωνα: για τους νεκρούς, ο μύθος υποσχόταν έναν θάνατο που δεν είναι φθορά, αλλά ύπνος κάτω από ένα βλέμμα που αγαπά.

Εδώ βρίσκεται και η διαρκής γοητεία της ιστορίας: είναι ο μοναδικός ίσως ελληνικός μύθος όπου η σχέση θνητού και αθανάτου δεν καταλήγει σε καταστροφή, αλλά σε μια εκκρεμή, μετέωρη αιωνιότητα. Ο Ενδυμίων δεν γερνά όπως ο Τιθωνός, δεν καίγεται όπως η Σεμέλη· απλώς κοιμάται. Το τίμημα είναι ότι δεν θα μάθει ποτέ πως αγαπήθηκε. Η Σελήνη κερδίζει την αιώνια παρουσία του και χάνει για πάντα την ανταπόκρισή του — και το φεγγάρι, μας λέει σιωπηλά ο μύθος, γι᾿ αυτό έχει το χλωμό, μελαγχολικό του φως.