grecfacilegrecfacile
← Retour

Μυθολογία · Επίπεδο Γ1

Η Άλκηστη

Η γυναίκα που δέχτηκε να πεθάνει στη θέση του άντρα της — και ο ήρωας που πάλεψε με τον Θάνατο.

Πόσο αξίζει μια ζωή; Και ποιος θα δεχόταν να δώσει τη δική του για να ζήσει κάποιος άλλος; Στον μύθο της Άλκηστης, το ερώτημα αυτό τέθηκε σε έναν ολόκληρο οίκο — και απάντησε μόνο ένας άνθρωπος.

Ο Άδμητος, βασιλιάς των Φερών στη Θεσσαλία, υπήρξε ο πιο φιλόξενος άρχοντας της εποχής του. Όταν ο Απόλλων καταδικάστηκε από τον Δία να υπηρετήσει έναν θνητό για έναν χρόνο ως απλός βοσκός, έτυχε να δουλέψει στα κοπάδια του Αδμήτου· και ο βασιλιάς τού φέρθηκε με τόση ευγένεια, ώστε ο θεός θέλησε να τον ανταμείψει με ένα δώρο ανήκουστο. Έπεισε τις Μοίρες να δεχθούν μια συμφωνία: όταν θα ερχόταν η ορισμένη ώρα του θανάτου του, ο Άδμητος θα μπορούσε να ζήσει, αρκεί κάποιος άλλος να πέθαινε εκουσίως στη θέση του.

Όταν η μοιραία μέρα πλησίασε, ο Άδμητος αναζήτησε τον αντικαταστάτη του — και ανακάλυψε πόσο μόνος ήταν. Οι φίλοι αρνήθηκαν· αρνήθηκαν ακόμη και οι γέροι γονείς του, που η ζωή τούς είχε απομείνει τόσο λίγη. «Το φως είναι γλυκό και για τον γέροντα», του αποκρίθηκε ο πατέρας του. Μία μόνο ύπαρξη προσφέρθηκε αζήτητη: η γυναίκα του, η Άλκηστη, κόρη του Πελία, που δήλωσε πως δεν ήθελε ζωή χωρίς εκείνον. Η αυτοθυσία της έγινε δεκτή — και η μέρα του θανάτου της ορίστηκε.

Την ημέρα εκείνη η Άλκηστη λούστηκε, ντύθηκε τα καλά της και αποχαιρέτησε έναν έναν τους βωμούς του σπιτιού. Στο κρεβάτι της, σβήνοντας, ζήτησε από τον Άδμητο μία μόνο αντιχάρη: να μη φέρει ποτέ άλλη γυναίκα πάνω από τα παιδιά τους. Εκείνος, πνιγμένος στο κλάμα, ορκίστηκε πένθος ισόβιο, δίχως μουσικές και συμπόσια. Η Άλκηστη ξεψύχησε, και ολόκληρη η πόλη βυθίστηκε στον θρήνο για την «άριστη γυναίκα».

Εκείνη ακριβώς την ώρα χτύπησε την πόρτα ένας απρόσμενος επισκέπτης: ο Ηρακλής, καθ’ οδόν προς έναν από τους άθλους του. Ο Άδμητος, πιστός στον νόμο της φιλοξενίας ακόμη και μέσα στη συμφορά, έκρυψε το πένθος του και πρόσταξε να περιποιηθούν τον ξένο σαν να μη συνέβαινε τίποτε. Ο Ηρακλής έφαγε, ήπιε και τραγούδησε στεφανωμένος, ώσπου ένας υπηρέτης, μην αντέχοντας άλλο, του αποκάλυψε την αλήθεια: το τραπέζι του στρώθηκε πάνω από έναν νεκρό οίκο, για τη γυναίκα του ίδιου του οικοδεσπότη.

Ντροπιασμένος και συγκλονισμένος από το μεγαλείο του Αδμήτου, ο Ηρακλής πήρε τη μεγάλη απόφαση: θα άρπαζε την Άλκηστη πίσω από τον ίδιο τον Θάνατο. Παραφύλαξε πλάι στον τάφο, κι όταν ο Θάνατος ήρθε να πιει το αίμα των προσφορών, όρμησε και πάλεψε μαζί του σώμα με σώμα, ώσπου το σκοτεινό πνεύμα, νικημένο, παράτησε το θήραμά του.

Στο παλάτι, ο Ηρακλής παρουσίασε στον Άδμητο μια σιωπηλή γυναίκα σκεπασμένη με πέπλο, τάχα έπαθλο από αγώνες, και τον παρακάλεσε να τη φιλοξενήσει. Ο βασιλιάς αρνιόταν, πιστός στον όρκο του — ώσπου ο ήρωας σήκωσε το πέπλο, και ο Άδμητος αντίκρισε τη γυναίκα του ζωντανή. Τρεις μέρες θα έμενε αμίλητη, ώσπου να εξαγνιστεί από τη σκιά του Κάτω Κόσμου· μα το θαύμα είχε συντελεστεί. Στην «Άλκηστη» του Ευριπίδη, το αρχαιότερο σωζόμενο έργο του, ο μύθος αυτός ισορροπεί ανάμεσα στην τραγωδία και στο παραμύθι: μια ιστορία για την αγάπη που νικά τον θάνατο — και για το τι χρωστά όποιος αφήνει άλλον να πεθάνει γι’ αυτόν.