grecfacilegrecfacile
← Retour

Μυθολογία · Επίπεδο Β1

Ο Σίσυφος

Ο πονηρότερος άνθρωπος του κόσμου ξεγέλασε ακόμη και τον Θάνατο — αλλά όχι για πάντα.

Ο Σίσυφος, ο βασιλιάς της Κορίνθου, ήταν γνωστός ως ο πιο πονηρός άνθρωπος της εποχής του. Κατάφερε να κοροϊδέψει τους θεούς όχι μία, αλλά τρεις φορές — και πλήρωσε γι' αυτό με μια τιμωρία που δεν τελειώνει ποτέ.

Το πρώτο του λάθος ήταν ότι πρόδωσε ένα μυστικό του Δία. Όταν ο θεός έκλεψε την Αίγινα, την κόρη του ποταμού Ασωπού, ο Σίσυφος είχε δει τα πάντα. Μαρτύρησε στον απελπισμένο πατέρα πού βρισκόταν η κόρη του, με αντάλλαγμα μια πηγή με καθαρό νερό για την πόλη του. Ο Δίας θύμωσε τόσο πολύ, που έστειλε τον ίδιο τον Θάνατο να τον πάρει.

Ο Σίσυφος όμως δεν σκόπευε να πεθάνει. Υποδέχτηκε τον Θάνατο ευγενικά, τον ξεγέλασε και τον έδεσε με γερές αλυσίδες. Το αποτέλεσμα ήταν απίστευτο: όσο ο Θάνατος έμενε δεμένος, κανένας άνθρωπος στη γη δεν πέθαινε πια. Η τάξη του κόσμου είχε χαλάσει, μέχρι που ο θεός του πολέμου, ο Άρης, ελευθέρωσε τον Θάνατο και παρέδωσε τον Σίσυφο στον Κάτω Κόσμο.

Ακόμη και τότε, ο πονηρός βασιλιάς είχε έτοιμο σχέδιο. Πριν πεθάνει, είχε πει στη γυναίκα του να μην τον θάψει και να μην κάνει καμία τιμή στο σώμα του. Στον Άδη, λοιπόν, παρουσιάστηκε στην Περσεφόνη, τη βασίλισσα του Κάτω Κόσμου, και παραπονέθηκε: «Η γυναίκα μου με άφησε άταφο! Άσε με να ανέβω για λίγο στον πάνω κόσμο, να την τιμωρήσω, και θα γυρίσω αμέσως». Η Περσεφόνη τον πίστεψε. Εννοείται ότι ο Σίσυφος, μόλις είδε ξανά το φως του ήλιου, ξέχασε την υπόσχεσή του και έζησε ήσυχα μέχρι τα βαθιά γεράματα.

Οι θεοί ωστόσο δεν ξεχνούν. Όταν ο Σίσυφος πέθανε οριστικά, τον περίμενε στον Άδη μια ειδική τιμωρία: έπρεπε να σπρώχνει έναν τεράστιο βράχο σε έναν ανηφορικό λόφο. Κάθε φορά που έφτανε λίγο πριν από την κορυφή, ο βράχος του ξέφευγε και κυλούσε πάλι κάτω. Και ο Σίσυφος κατέβαινε, ιδρωμένος και εξαντλημένος, για να ξεκινήσει από την αρχή — για πάντα.

Ο Όμηρος περιγράφει αυτή την εικόνα στην Οδύσσεια, και από τότε ο μύθος έγινε έκφραση: όταν μια δουλειά είναι ατελείωτη και μάταιη, τη λέμε ακόμη και σήμερα «σισύφειο έργο».