Μυθολογία · Επίπεδο Β1
Ο Περσέας και η Μέδουσα
Ένας νέος ήρωας, μια αδύνατη υπόσχεση και ένα βλέμμα που πετρώνει.
Ο Περσέας ήταν γιος του Δία και της Δανάης. Για να σώσει τη μητέρα του, υποσχέθηκε να φέρει το κεφάλι της Μέδουσας — του τέρατος που μετέτρεπε σε πέτρα όποιον το κοιτούσε.
Όλα ξεκίνησαν με έναν χρησμό: το μαντείο είπε στον βασιλιά Ακρίσιο του Άργους ότι ο γιος της κόρης του, της Δανάης, θα τον σκότωνε μια μέρα. Ο Ακρίσιος τρόμαξε και έκλεισε τη Δανάη σε ένα υπόγειο χάλκινο δωμάτιο. Ο Δίας όμως μπήκε μέσα σαν χρυσή βροχή, και έτσι γεννήθηκε ο Περσέας. Τότε ο βασιλιάς έβαλε μητέρα και μωρό σε ένα ξύλινο κιβώτιο και τους έριξε στη θάλασσα. Τα κύματα τους έβγαλαν στο νησί Σέριφο, όπου ένας ψαράς τους έσωσε.
Χρόνια αργότερα, ο βασιλιάς του νησιού, ο Πολυδέκτης, ήθελε να παντρευτεί τη Δανάη με το ζόρι. Για να διώξει τον νεαρό Περσέα από τη μέση, του ζήτησε κάτι που φαινόταν αδύνατο: το κεφάλι της Γοργόνας Μέδουσας, που είχε φίδια αντί για μαλλιά.
Ευτυχώς, η Αθηνά και ο Ερμής βοήθησαν τον ήρωα. Πρώτα βρήκε τις Γραίες, τρεις γριές αδελφές που μοιράζονταν ένα μόνο μάτι· τους πήρε το μάτι και δεν το έδωσε πίσω μέχρι να του δείξουν τον δρόμο. Έτσι έφτασε στις Νύμφες, που του χάρισαν φτερωτά σανδάλια, ένα μαγικό σακί και την περικεφαλαία του Άδη, που έκανε αόρατο όποιον τη φορούσε.
Ο Περσέας βρήκε τις Γοργόνες να κοιμούνται. Επειδή δεν έπρεπε να κοιτάξει τη Μέδουσα στα μάτια, την πλησίασε βλέποντας μόνο την αντανάκλασή της στη γυαλιστερή ασπίδα του. Με ένα χτύπημα της έκοψε το κεφάλι, και από τον λαιμό της πετάχτηκε ο Πήγασος, το φτερωτό άλογο. Αόρατος με την περικεφαλαία, ξέφυγε από τις άλλες δύο Γοργόνες που τον κυνηγούσαν.
Στον δρόμο της επιστροφής, ο Περσέας είδε την όμορφη Ανδρομέδα δεμένη σε έναν βράχο, δώρο σε ένα θαλάσσιο τέρας. Τη γλίτωσε και την παντρεύτηκε. Όταν έφτασε στη Σέριφο, σήκωσε το κεφάλι της Μέδουσας μπροστά στον Πολυδέκτη και τον πέτρωσε· έπειτα το χάρισε στην Αθηνά, που το έβαλε πάνω στην ασπίδα της.
Ο χρησμός, ωστόσο, βγήκε αληθινός: σε αθλητικούς αγώνες, ο δίσκος που έριξε ο Περσέας χτύπησε κατά λάθος έναν γέρο ανάμεσα στους θεατές. Ήταν ο Ακρίσιος. Κανείς, λέει ο μύθος, δεν ξεφεύγει από τη μοίρα του.