grecfacilegrecfacile
← Voltar

Μυθολογία · Επίπεδο Γ1

Ο Μελάμπους και η γλώσσα των ζώων

Έσωσε δύο φίδια. Αυτά του έδωσαν το χάρισμα να ακούει.

Ο Μελάμπους ζούσε στην Πύλο. Μπροστά από το σπίτι του υπήρχε μια μεγάλη βελανιδιά με μια φωλιά φιδιών. Οι υπηρέτες του σκότωσαν τα μεγάλα φίδια· εκείνος τα έκαψε με τιμές και κράτησε τα μικρά.

Τα τάισε και τα μεγάλωσε. Ένα μεσημέρι που κοιμόταν κάτω από το δέντρο, τα φίδια ανέβηκαν στους ώμους του και του καθάρισαν τα αυτιά με τη γλώσσα τους.

Ξύπνησε τρομαγμένος — και άκουσε δύο πουλιά πάνω από το κεφάλι του να συζητούν. Καταλάβαινε κάθε λέξη.

Έτσι έγινε ο πρώτος θνητός μάντης: όχι από όραμα ή έκσταση, αλλά επειδή άκουγε αυτά που έλεγαν τα ζώα μεταξύ τους, κι εκείνα έβλεπαν περισσότερα από τους ανθρώπους.

Η ικανότητά του δοκιμάστηκε όταν θέλησε να κερδίσει, για τον αδελφό του, τα βόδια του βασιλιά Φύλακα. Ήξερε από πριν ότι θα τον έπιαναν και ότι θα έμενε έναν χρόνο φυλακισμένος. Πήγε ούτως ή άλλως.

Λίγο πριν τελειώσει η χρονιά, ξαπλωμένος στο κελί του, άκουσε τα σαράκια μέσα στα δοκάρια της οροφής να μιλούν μεταξύ τους. Το ένα ρώτησε πόσο ξύλο τους έμενε ακόμα. Το άλλο απάντησε ότι το δοκάρι είχε σχεδόν φαγωθεί και θα έπεφτε το επόμενο πρωί.

Ο Μελάμπους φώναξε τους φύλακες και ζήτησε να τον μεταφέρουν αμέσως σε άλλο κελί. Τον μετέφεραν με γέλια. Τη νύχτα η οροφή έπεσε.

Ο βασιλιάς κατάλαβε τι είχε στα χέρια του. Δεν τον τιμώρησε· τον ρώτησε. Ο γιος του, ο Ιφικλός, δεν μπορούσε να κάνει παιδιά και κανένας γιατρός δεν έβρισκε αιτία.

Ο Μελάμπους δεν εξέτασε τον νέο. Θυσίασε δύο ταύρους και άφησε τα όρνια να έρθουν. Άκουσε τι έλεγαν μεταξύ τους. Ένα γέρικο όρνιο θυμόταν: όταν ο Ιφικλός ήταν παιδί, ο πατέρας του τον είχε τρομάξει κρατώντας ένα ματωμένο μαχαίρι, και μετά το είχε καρφώσει σε ένα ιερό δέντρο. Ο φόβος είχε μείνει στο σώμα του παιδιού.

Βρήκαν το μαχαίρι, σκουριασμένο μέσα στον κορμό. Ο Μελάμπους έξυσε τη σκουριά, την έδωσε στον Ιφικλό σε κρασί για δέκα μέρες, και ο νέος θεραπεύτηκε.

Οι αρχαίοι ξεχώριζαν τον Μελάμποδα από τους άλλους μάντεις ακριβώς σε αυτό. Δεν προέβλεπε το μέλλον· εντόπιζε το παρελθόν. Και η μέθοδός του ήταν πάντα η ίδια: έψαχνε τον μοναδικό μάρτυρα που ήταν παρών και που κανείς άλλος δεν είχε σκεφτεί να ρωτήσει.