← Επίπεδα
Ελληνικό λεξιλόγιο: Επιχειρήσεις και αγορά
15 βασικές ελληνικές λέξεις για το θέμα «Επιχειρήσεις και αγορά», με μετάφραση και παράδειγμα. Μάθε τες δωρεάν στο grecfacile.
| Ελληνική λέξη | Σημασία | Παράδειγμα |
|---|---|---|
| η επιχείρηση | οργανισμός που πουλά ή παράγει | Η επιχείρηση άνοιξε δεύτερο κατάστημα. |
| ο πελάτης | αγοράζει από εμάς | Ο πελάτης έχει πάντα απαιτήσεις. |
| το προϊόν | ό,τι πουλάμε | Το νέο προϊόν ξεπούλησε. |
| η υπηρεσία | δουλειά που προσφέρουμε | Η υπηρεσία παράδοσης είναι δωρεάν. |
| η ποιότητα | πόσο καλό είναι κάτι | Η ποιότητα κοστίζει. |
| ο ανταγωνισμός | οι άλλοι που πουλάνε το ίδιο | Ο ανταγωνισμός ρίχνει τις τιμές. |
| η προσφορά | τι δίνεται στην αγορά | Η προσφορά ισχύει ως την Κυριακή. |
| η ζήτηση | πόσο θέλει ο κόσμος κάτι | Η ζήτηση για διαμερίσματα αυξήθηκε. |
| το κέρδος | ό,τι μένει μετά τα έξοδα | Το κέρδος διπλασιάστηκε φέτος. |
| η ζημία | όταν χάνουμε χρήματα | Η ζημία καλύφθηκε τον επόμενο χρόνο. |
| ο προμηθευτής | μας φέρνει τα υλικά | Ο προμηθευτής καθυστέρησε την παραγγελία. |
| η παραγωγή | φτιάχνουμε προϊόντα | Η παραγωγή σταμάτησε για μία μέρα. |
| η κατανάλωση | το πόσο αγοράζουμε και χρησιμοποιούμε | Η κατανάλωση ρεύματος έπεσε. |
| ο καταναλωτής | αυτός που αγοράζει για τον εαυτό του | Ο καταναλωτής συγκρίνει τιμές. |
| η απόδειξη | το χαρτάκι της αγοράς | Κρατήστε την απόδειξη για την αλλαγή. |