← Επίπεδα
Ελληνικό λεξιλόγιο: Στην κουζίνα
15 βασικές ελληνικές λέξεις για το θέμα «Στην κουζίνα», με μετάφραση και παράδειγμα. Μάθε τες δωρεάν στο grecfacile.
| Ελληνική λέξη | Σημασία | Παράδειγμα |
|---|---|---|
| μαγειρεύω | φτιάχνω φαγητό | Απόψε μαγειρεύω εγώ. |
| ψήνω | στον φούρνο ή στη σχάρα | Ψήνουμε ψάρι στα κάρβουνα. |
| κόβω | με το μαχαίρι | Κόβω τις ντομάτες. |
| η συνταγή | οδηγίες για ένα φαγητό | Η συνταγή της γιαγιάς είναι μυστική. |
| το υλικό | ό,τι βάζουμε στο φαγητό | Έχουμε όλα τα υλικά; |
| η κατσαρόλα | μαγειρεύουμε μέσα της | Η σούπα είναι στην κατσαρόλα. |
| το τηγάνι | τηγανίζουμε μέσα του | Βάλε λάδι στο τηγάνι. |
| ο φούρνος | ψήνει το φαγητό | Ο φούρνος είναι ζεστός. |
| το αλάτι | άσπρο, νόστιμο στο φαγητό | Λίγο αλάτι ακόμα. |
| το πιπέρι | μαύρο μπαχαρικό | Θέλει και πιπέρι. |
| το λάδι | το ελαιόλαδο είναι ελληνικό | Το λάδι είναι από το χωριό. |
| η ζάχαρη | γλυκιά, άσπρη | Πόση ζάχαρη θέλεις στον καφέ; |
| το κουτάλι | τρώμε τη σούπα με αυτό | Φέρε ένα κουτάλι. |
| το πιρούνι | τρώμε τη σαλάτα με αυτό | Δεν έχω πιρούνι. |
| το μαχαίρι | κόβουμε με αυτό | Πρόσεχε το μαχαίρι! |