Μυθολογία · Επίπεδο Γ1
Ο Ορέστης στην Ταυρίδα
Η ιέρεια έπρεπε να τον σφάξει. Ήταν η αδελφή του — και καμιά από τις δύο πλευρές δεν το ήξερε.
Στην Αυλίδα, τη στιγμή που το μαχαίρι κατέβαινε, η Άρτεμη πήρε την Ιφιγένεια και άφησε στη θέση της ένα ελάφι. Κανένας Έλληνας δεν το κατάλαβε. Όλοι νόμιζαν ότι πέθανε.
Η θεά τη μετέφερε στην άκρη του κόσμου: στην Ταυρίδα, στη σημερινή Κριμαία.
Εκεί ζούσε λαός που δεν δεχόταν ξένους. Κάθε Έλληνας που ξεβραζόταν στην ακτή τους θυσιαζόταν στη θεά.
Και η Ιφιγένεια, χρόνια τώρα, ήταν η ιέρεια που ετοίμαζε τις θυσίες.
Ο Ευριπίδης την ανοίγει το έργο με τα λόγια της. Λέει ότι δεν έχει σκοτώσει ποτέ με τα χέρια της, αλλά ότι κάνει την προετοιμασία — και ότι έχει πάψει να μετράει τους ανθρώπους που πέρασαν από μπροστά της.
Λέει επίσης ότι είδε όνειρο: το σπίτι της στο Άργος γκρεμίστηκε και έμεινε όρθια μία μόνο κολόνα, με ξανθά μαλλιά και ανθρώπινη φωνή. Το κατάλαβε ως θάνατο του αδελφού της.
Ο αδελφός της ήταν ζωντανός και ερχόταν προς το μέρος της.
Ο Ορέστης είχε δικαστεί στην Αθήνα και είχε αθωωθεί, αλλά μερικές Ερινύες δεν είχαν δεχτεί την απόφαση και συνέχιζαν να τον κυνηγούν. Ο Απόλλωνας του έδωσε μια τελευταία εντολή: να πάει ως την Ταυρίδα και να φέρει στην Ελλάδα το ξόανο της Άρτεμης, το παλιό ξύλινο άγαλμα που έλεγαν ότι είχε πέσει από τον ουρανό.
Ήρθε με τον Πυλάδη. Τους έπιασαν αμέσως.
Οδηγήθηκαν δεμένοι μπροστά στην ιέρεια, όπως όλοι.
Και εδώ ο Ευριπίδης κάνει κάτι που κρατάει τη σκηνή σε τεντωμένο σκοινί για εκατοντάδες στίχους: οι δύο μιλούν αρκετή ώρα χωρίς να αναγνωριστούν.
Εκείνη τους ρωτάει από πού είναι. Μαθαίνει ότι είναι από το Άργος, και αρχίζει να ρωτάει για την οικογένειά της, χωρίς να πει ποια είναι.
Ρωτάει αν ζει ο Αγαμέμνονας. Μαθαίνει ότι τον σκότωσε η γυναίκα του. Ρωτάει τι απέγινε η γυναίκα. Μαθαίνει ότι τη σκότωσε ο γιος της.
Ο Ορέστης της απαντάει για τον εαυτό του στο τρίτο πρόσωπο.
Ύστερα η Ιφιγένεια κάνει μια πρόταση. Θα αφήσει τον έναν από τους δύο ελεύθερο, αν πάει στο Άργος και δώσει ένα γράμμα.
Ακολουθεί μια σκηνή που οι αρχαίοι θαύμαζαν: οι δύο φίλοι μαλώνουν για το ποιος θα ζήσει. Ο καθένας απαιτεί να πεθάνει αυτός.
Στο τέλος ο Ορέστης επιβάλλει τη γνώμη του και ο Πυλάδης δέχεται το γράμμα. Αλλά ζητάει μια ασφάλεια: αν χαθεί το γράμμα σε ναυάγιο, να του πουν και προφορικά τι γράφει, ώστε να μπορεί να το μεταφέρει.
Η Ιφιγένεια αρχίζει να το απαγγέλλει δυνατά.
«Πες στον Ορέστη, τον γιο του Αγαμέμνονα, ότι η Ιφιγένεια είναι ζωντανή...»
Δεν προλαβαίνει να τελειώσει.
Η αναγνώριση αυτή είναι από τις πιο έξυπνα φτιαγμένες στο αρχαίο θέατρο, γιατί δεν γίνεται από σημάδι ή από αντικείμενο: γίνεται επειδή κάποιος έπρεπε να διαβάσει το γράμμα φωναχτά, για έναν εντελώς πρακτικό λόγο.
Το υπόλοιπο έργο είναι σχέδιο απόδρασης.
Η Ιφιγένεια λέει στον βασιλιά Θόαντα ότι τα δύο θύματα είναι μιασμένα από φόνο και ότι πρέπει, μαζί με το άγαλμα, να πλυθούν στη θάλασσα, μακριά από μάτια.
Ο βασιλιάς δίνει την άδεια και διατάζει όλους να μείνουν μέσα.
Φτάνουν στην ακτή, όπου περιμένει κρυμμένο το καράβι.
Τους προλαβαίνουν την τελευταία στιγμή και ο άνεμος τους σπρώχνει πίσω στα βράχια — και τότε εμφανίζεται η Αθηνά και σταματάει τα πάντα.
Διατάζει τον Θόαντα να τους αφήσει. Και ύστερα δίνει οδηγίες που ακούγονται σαν ιδρυτικό κείμενο και όχι σαν τέλος μύθου.
Το άγαλμα θα στηθεί στην Αττική, στις Αλές. Η Ιφιγένεια θα γίνει ιέρεια στη Βραυρώνα, και εκεί θα την τιμούν οι γυναίκες της Αθήνας.
Και προσθέτει έναν κανόνα για τη λατρεία της Άρτεμης στις Αλές: στη γιορτή της, ο ιερέας θα ακουμπά το μαχαίρι στον λαιμό ενός άντρα και θα βγάζει μία μόνο σταγόνα αίμα.
Όχι θυσία. Μια ανάμνηση θυσίας.
Ο Ευριπίδης κλείνει έτσι έναν κύκλο που είχε ανοίξει με ένα κορίτσι πάνω σε βωμό. Το αίμα δεν σταματάει επειδή κάποιος συγχώρεσε. Σταματάει επειδή μια πόλη το άλλαξε σε τελετή.