grecfacilegrecfacile
← Indietro

Μυθολογία · Επίπεδο Β1

Η Ναυσικά

Όλες έφυγαν τρέχοντας. Μία κοπέλα έμεινε και του μίλησε.

Ο Ποσειδώνας διέλυσε τη σχεδία του Οδυσσέα λίγο πριν τη στεριά. Μετά από δύο μέρες στο νερό, τα κύματα τον έβγαλαν σε μια άγνωστη ακτή. Σύρθηκε κάτω από δύο θάμνους, σκεπάστηκε με φύλλα και κοιμήθηκε.

Το νησί ήταν η Σχερία, η χώρα των Φαιάκων. Το ίδιο πρωί η κόρη του βασιλιά, η Ναυσικά, κατέβηκε στο ποτάμι με τις υπηρέτριές της για να πλύνουν ρούχα. Όταν τελείωσαν, έπαιζαν με μια μπάλα στην ακρογιαλιά.

Η μπάλα έπεσε στο νερό. Οι κοπέλες φώναξαν — και η φωνή τους ξύπνησε τον Οδυσσέα.

Βγήκε από τους θάμνους κρατώντας ένα κλαδί μπροστά του. Ήταν γυμνός, γεμάτος αλάτι και πληγές, με μαλλιά κολλημένα από τη θάλασσα. Ο Όμηρος λέει ότι έμοιαζε με λιοντάρι που κατεβαίνει από το βουνό.

Όλες οι κοπέλες σκόρπισαν τρέχοντας.

Η Ναυσικά έμεινε. Στάθηκε ακίνητη και τον κοίταξε.

Ο Οδυσσέας σκέφτηκε γρήγορα: να τρέξει και να της πιάσει τα γόνατα, όπως κάνει ένας ικέτης; Θα την τρόμαζε. Έμεινε λοιπόν εκεί που ήταν και της μίλησε από απόσταση, με τα πιο ευγενικά λόγια που είχε: «Σε ικετεύω, βασίλισσα — θεά είσαι ή θνητή;»

Η Ναυσικά απάντησε χωρίς φόβο. Του είπε ότι βρίσκεται στη χώρα των Φαιάκων και ότι «οι ξένοι και οι φτωχοί έρχονται από τον Δία». Φώναξε πίσω τις υπηρέτριες και τις μάλωσε που έφυγαν. Έδωσε στον άγνωστο λάδι, καθαρά ρούχα και φαγητό.

Μετά του εξήγησε ένα σχέδιο, και εδώ φαίνεται πόσο έξυπνη ήταν: να μην μπει στην πόλη μαζί τους. Οι Φαίακες κουτσομπολεύουν, είπε, και θα έλεγαν ότι η βασιλοπούλα βρήκε άντρα στην παραλία. Να ακολουθήσει από πίσω, να περιμένει σε ένα άλσος και να μπει μόνος στο παλάτι. Και όταν φτάσει, να μη γονατίσει μπροστά στον βασιλιά — αλλά μπροστά στη βασίλισσα, τη μητέρα της, γιατί εκείνη αποφασίζει στην πραγματικότητα.

Ο Οδυσσέας έκανε ακριβώς αυτό. Οι Φαίακες τον δέχτηκαν, τον άκουσαν να διηγείται όλο του το ταξίδι και τελικά τον πήγαν με καράβι στην Ιθάκη — το τελευταίο και μοναδικό κομμάτι της διαδρομής όπου δεν έχασε κανέναν.

Τη Ναυσικά δεν την ξαναείδε. Η τελευταία τους κουβέντα είναι σύντομη: «Ξένε, θυμήσου με», του λέει, «γιατί σ' εμένα χρωστάς τη ζωή σου». Και εκείνος της υπόσχεται ότι θα την προσεύχεται σαν θεά για όσο ζει.

Στην Οδύσσεια ο ήρωας σώζεται από τέρατα με πονηριά και από θεούς με αντοχή. Εδώ σώζεται επειδή μια κοπέλα, μπροστά σε κάτι που έμοιαζε τρομακτικό, δεν έτρεξε — αναγνώρισε άνθρωπο.