Μυθολογία · Επίπεδο Α2
Ο Άτλας και τα χρυσά μήλα
Ο πιο δυνατός ήρωας κέρδισε με μία μόνο ερώτηση.
Ο ενδέκατος άθλος του Ηρακλή ήταν ο πιο παράξενος: έπρεπε να φέρει τα χρυσά μήλα από τον κήπο των Εσπερίδων, στην άκρη του κόσμου. Τον κήπο τον φύλαγε ένας δράκος με εκατό κεφάλια.
Στον δρόμο ο Ηρακλής συνάντησε τον Άτλαντα. Ο Άτλας ήταν Τιτάνας. Μετά τον πόλεμο με τους θεούς, ο Δίας τον τιμώρησε: έπρεπε να κρατάει στους ώμους του τον ουρανό, για πάντα, χωρίς να ξεκουραστεί ποτέ.
Ο Άτλας ήταν και ο πατέρας των Εσπερίδων. Ο Ηρακλής σκέφτηκε κάτι έξυπνο.
«Άτλα», είπε, «εσύ μπορείς να μπεις στον κήπο. Πήγαινε εσύ να μου φέρεις τα μήλα. Εγώ θα κρατήσω τον ουρανό όσο λείπεις».
Ο Άτλας χάρηκε πολύ. Έβαλε τον ουρανό στους ώμους του Ηρακλή και έφυγε. Γύρισε μετά από λίγο με τρία χρυσά μήλα στα χέρια του.
Και τότε στάθηκε και είπε: «Ξέρεις κάτι; Θα πάω εγώ ο ίδιος τα μήλα στον βασιλιά. Εσύ κράτα λίγο ακόμα τον ουρανό».
Ο Ηρακλής κατάλαβε αμέσως. Δεν φώναξε και δεν θύμωσε. Χαμογέλασε και είπε: «Εντάξει, καλή ιδέα. Μόνο ένα λεπτό: κράτα τον ουρανό μια στιγμή, να βάλω κάτι μαλακό στους ώμους μου. Με πονάνε».
Ο Άτλας άφησε κάτω τα μήλα και πήρε πάλι τον ουρανό.
Ο Ηρακλής σήκωσε τα μήλα από το χώμα. «Ευχαριστώ», είπε. Και έφυγε.
Οι Έλληνες γελούσαν με αυτή την ιστορία, αλλά κρατούσαν και κάτι σοβαρό: ο Άτλας ήταν πολύ πιο δυνατός από τον Ηρακλή και τον έχασε τον αγώνα σε δύο προτάσεις. Η δύναμη δεν προσέχει. Η πονηριά προσέχει.