Μυθολογία · Επίπεδο Γ2
Ο Προμηθέας και ο Επιμηθέας κατά τον Πλάτωνα (Πρωταγόρας)
Ένας σοφιστής, ένας μύθος, και το ερώτημα αν η αρετή διδάσκεται.
Στον πλατωνικό διάλογο Πρωταγόρας, ο Σωκράτης αμφισβητεί ότι η πολιτική αρετή μπορεί να διδαχθεί. Ο γηραιός σοφιστής, αντί για συλλογισμό, προτείνει κάτι απροσδόκητο: «Θέλετε να σας το δείξω λέγοντας μύθο ή αναπτύσσοντας λόγο;» Και επειδή ο μύθος είναι «χαριέστερος», αφηγείται την ιστορία του Προμηθέα και του Επιμηθέα — τον περίφημο «πρωταγόρειο μύθο».
Ήταν κάποτε καιρός, λέει ο Πρωταγόρας, που θεοί υπήρχαν, θνητά γένη όμως όχι. Όταν έφτασε η ειμαρμένη ώρα της γέννησής τους, οι θεοί τα έπλασαν στο εσωτερικό της γης, αναμειγνύοντας χώμα και φωτιά. Και προτού τα φέρουν στο φως, ανέθεσαν στον Προμηθέα και στον Επιμηθέα να τα στολίσουν και να μοιράσουν στο καθένα τις αρμόζουσες δυνάμεις. Ο Επιμηθέας — του οποίου το όνομα σημαίνει «αυτός που σκέφτεται εκ των υστέρων» — παρακάλεσε τον αδελφό του: «Άφησε εμένα να μοιράσω, κι εσύ έλα να επιθεωρήσεις». Ο Προμηθέας συγκατένευσε.
Η κατανομή του Επιμηθέα ήταν από μόνη της πολύ έξυπνη: σε άλλα ζώα έδωσε δύναμη χωρίς ταχύτητα, στα ασθενέστερα ταχύτητα· σε άλλα όπλα, σε όσα άφησε άοπλα μηχανεύτηκε φτερά ή υπόγεια καταφύγια. Τα προίκισε με πυκνό τρίχωμα ενάντια στον χειμώνα, με οπλές και σκληρά δέρματα, και όρισε στο καθένα την τροφή του — βοτάνια, καρπούς και ρίζες, ενώ σε άλλα τη σάρκα ζώων. Στα ζώα που κυνηγούσαν άλλα έδωσε λίγους απογόνους, ενώ στα θηράματά τους πολλούς, ώστε να επιβιώνει κάθε είδος.
Επειδή όμως δεν ήταν «πάνυ τι σοφός», ο Επιμηθέας δεν πρόσεξε ότι εξάντλησε όλες τις δυνάμεις στα άλογα ζώα. Του έμενε «ακόσμητον» το γένος των ανθρώπων, και απορούσε τι να το κάνει. Τότε καταφθάνει ο Προμηθέας για την επιθεώρηση και βλέπει τα μεν άλλα ζώα «εμμελώς πάντων έχοντα», τον δε άνθρωπο γυμνό, ανυπόδητο, άστρωτο και άοπλο — και η μοιραία μέρα πλησίαζε ήδη, που έπρεπε ο άνθρωπος να βγει από τη γη στο φως. Αμηχανώντας ποια σωτηρία να βρει, ο Προμηθέας κλέβει από το κοινό εργαστήριο της Αθηνάς και του Ηφαίστου την έντεχνον σοφίαν μαζί με τη φωτιά — γιατί χωρίς φωτιά η τέχνη είναι άχρηστη — και τις δωρίζει στον άνθρωπο. Για την κλοπή αυτή, προσθέτει λακωνικά ο μύθος, τον βρήκε αργότερα η τιμωρία.
Έτσι ο άνθρωπος απέκτησε τη σοφία «περί τον βίον»: μετείχε θείας μοίρας, πίστεψε σε θεούς, άρθρωσε γρήγορα φωνή και λέξεις, επινόησε κατοικίες, ενδύματα, υποδήματα και «τας εκ γης τροφάς». Την πολιτική όμως τέχνη δεν την είχε — αυτή βρισκόταν στα χέρια του Διός. Οι άνθρωποι ζούσαν διασκορπισμένοι και τους αφάνιζαν τα θηρία· κι όταν συναθροίζονταν σε πόλεις για να σωθούν, αδικούσαν ο ένας τον άλλον, ελλείψει πολιτικής τέχνης, και πάλι σκορπίζονταν και χάνονταν.
Ο Δίας τότε, φοβούμενος μήπως χαθεί ολόκληρο το γένος, στέλνει τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους την αιδώ και τη δίκη — τον σεβασμό και το δίκαιο — «ίνα είεν πόλεων κόσμοι και δεσμοί φιλίας συναγωγοί». Ο Ερμής ρωτά πώς να τις μοιράσει: όπως τις τέχνες, σε λίγους ειδήμονες; «Σε όλους», απαντά ο Δίας, «και όλοι να μετέχουν· γιατί δεν θα υπάρξουν πόλεις αν μετέχουν λίγοι». Και Στο τέλος θέτει έναν σκληρό νόμο: όποιος δεν μπορεί να μετέχει στην αιδώ και στη δίκη να θεωρείται κίνδυνος για την πόλη. Στο αρχαίο κείμενο ο Δίας ορίζει ως ποινή τον θάνατο· εδώ βλέπουμε πόσο αυστηρές μπορούσαν να είναι οι ιδέες της εποχής.
Ο μύθος εξηγεί πρώτα γιατί στην εκκλησία του δήμου οι Αθηναίοι συμβουλεύονται μόνο τους ειδικούς για τα τεχνικά ζητήματα, αλλά ακούν κάθε πολίτη για τη δικαιοσύνη: όλοι πρέπει να μετέχουν στην πολιτική αρετή, έστω και όχι στον ίδιο βαθμό. Στη συνέχεια του λόγου του, ο Πρωταγόρας στηρίζει με παραδείγματα τη δεύτερη θέση του: η αρετή καλλιεργείται με τη διδασκαλία, την άσκηση, τον έπαινο και τη διόρθωση. Έτσι υπερασπίζεται τόσο τη δημοκρατική συμμετοχή όσο και τη δική του εργασία ως δασκάλου. Αυτά είναι τα επιχειρήματα του προσώπου που μιλά στον πλατωνικό διάλογο· ο αναγνώστης καλείται να τα εξετάσει και όχι να θεωρήσει ότι ο Πλάτων τα δέχεται όλα χωρίς επιφύλαξη.