Μυθολογία · Επίπεδο Γ2
Η Κλυταιμνήστρα
Η εκδίκηση έφερε νέα εκδίκηση, ώσπου τη θέση της πήρε η δικαιοσύνη.
Ο ελληνικός στόλος δεν μπορούσε να ξεκινήσει για την Τροία: δεν φυσούσε άνεμος. Ο μάντης είπε ότι η Άρτεμη ζητούσε τη μεγαλύτερη κόρη του αρχηγού. Ο Αγαμέμνονας κάλεσε την Ιφιγένεια στην Αυλίδα με το πρόσχημα ότι θα την παντρέψει με τον Αχιλλέα — και τη πρόσφερε ως θυσία.
Η Κλυταιμνήστρα δεν συγχώρησε ποτέ τον άντρα της. Όσο εκείνος πολεμούσε δέκα χρόνια στην Τροία, εκείνη κυβερνούσε στο Άργος και συνδέθηκε με τον Αίγισθο, παλιό εχθρό της οικογένειας του Αγαμέμνονα.
Ο Αισχύλος αρχίζει την τραγωδία του με έναν φρουρό ξαπλωμένο στη στέγη του παλατιού, που ψάχνει στον ορίζοντα τη φωτιά που θα πει ότι η Τροία έπεσε. Είναι εκεί κάθε νύχτα, έναν ολόκληρο χρόνο, γιατί έτσι διέταξε η βασίλισσα.
Και ο ποιητής του δίνει μία φράση που δίνει τον τόνο σε όλο το έργο: λέει ότι στο σπίτι αυτό κάτι δεν πάει καλά, και ότι αν οι τοίχοι μπορούσαν να μιλήσουν θα το έλεγαν — αλλά ο ίδιος έχει «ένα βόδι πάνω στη γλώσσα».
Από την αρχή, ο Αισχύλος παρουσιάζει μια βασίλισσα με ισχυρή πολιτική σκέψη. Το έργο χρησιμοποιεί τη λέξη ἀνδρόβουλον, που δηλώνει ότι σχεδιάζει και αποφασίζει με τον τρόπο που η εποχή εκείνη θεωρούσε ανδρικό.
Όταν φτάνει ο Αγαμέμνονας με το άρμα του και με την Κασσάνδρα δίπλα του ως λάφυρο, η Κλυταιμνήστρα βγαίνει και τον υποδέχεται δημόσια με έναν λόγο υπερβολικής αγάπης.
Και ύστερα κάνει κάτι φαινομενικά αθώο. Δίνει εντολή να στρώσουν από το άρμα ως την πόρτα πολύτιμα υφάσματα βαμμένα πορφυρά, για να μην πατήσει ο νικητής στο χώμα.
Ο Αγαμέμνονας αρνείται. Λέει ότι αυτά τα κάνουν στους θεούς και ότι ο άνθρωπος που δέχεται τέτοιες τιμές προκαλεί τον φθόνο τους.
Εκείνη τον πιέζει με μια σειρά ερωτήσεων. Τον ρωτάει τι θα έκανε ο Πρίαμος στη θέση του. Τον ρωτάει αν φοβάται τι θα πουν οι άνθρωποι. Τον ρωτάει αν είναι νικητής ή όχι.
Ο Αγαμέμνονας βγάζει τα σανδάλια του και πατάει πάνω στην πορφύρα.
Η πορφυρή διαδρομή τον οδηγεί μέσα στο σπίτι. Η πράξη δείχνει ταυτόχρονα την υπερηφάνεια του νικητή και την παγίδα που έχει ετοιμάσει η Κλυταιμνήστρα.
Μέσα στο παλάτι, η Κλυταιμνήστρα παγιδεύει τον Αγαμέμνονα σε ένα ύφασμα σαν δίχτυ και τον σκοτώνει. Σκοτώνει επίσης την αιχμάλωτη Κασσάνδρα.
Ύστερα βγαίνει και ανακοινώνει στους γέροντες τι έκανε. Παραδέχεται ότι τα προηγούμενα λόγια αγάπης ήταν μέρος του σχεδίου της. Δεν προσπαθεί να κρύψει την πράξη της· αντίθετα, τη θεωρεί εκδίκηση για την Ιφιγένεια.
Η δύναμη της τραγωδίας βρίσκεται στο γεγονός ότι η Κλυταιμνήστρα έχει επιχειρήματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η πράξη της γίνεται δίκαιη.
Στους γέροντες που την κατηγορούν, απαντά ότι δεν αντέδρασαν όταν ο Αγαμέμνονας θυσίασε την κόρη της. Τους ρωτά γιατί τότε δεν τον εξόρισαν και γιατί κρίνουν τόσο διαφορετικά τις δύο πράξεις.
Ο Αισχύλος δεν της δίνει δίκιο. Αλλά την αφήνει να μιλήσει ολόκληρη, και το κοινό βγαίνει από το θέατρο χωρίς εύκολη απάντηση.
Το τίμημα έρχεται στο δεύτερο έργο, τις Χοηφόρους. Ο γιος της, ο Ορέστης, επιστρέφει για να εκδικηθεί τον πατέρα του. Η Κλυταιμνήστρα τού θυμίζει ότι είναι η μητέρα που τον μεγάλωσε. Ο Ορέστης διστάζει, αλλά ο φίλος του ο Πυλάδης τού θυμίζει την εντολή του Απόλλωνα. Τελικά σκοτώνει τη μητέρα του και συνεχίζει τον κύκλο της βίας.
Μετά τον φόνο, οι Ερινύες αρχίζουν να τον κυνηγούν — και η ίδια η Κλυταιμνήστρα εμφανίζεται στο τρίτο έργο ως φάντασμα, να τις ξυπνάει επειδή κοιμούνται.
Ο κύκλος σταματά μόνο όταν παύει να είναι οικογενειακή υπόθεση. Στις Ευμενίδες, η Αθηνά ιδρύει στην Αθήνα ένα δικαστήριο και δίνει σε μια ομάδα πολιτών το καθήκον να κρίνουν τον Ορέστη. Οι ψήφοι βγαίνουν ίσες και η θεά αποφασίζει την αθώωσή του.
Αυτό είναι το πραγματικό θέμα της τριλογίας. Όχι ποιος είχε δίκιο, αλλά ότι κανένας δεν μπορεί πια να κρίνει μόνος του τη δική του υπόθεση.