Μυθολογία · Επίπεδο Β2
Ο Διόνυσος και οι Τυρρηνοί πειρατές
Οι πειρατές που αιχμαλώτισαν έναν θεό — και κατέληξαν δελφίνια στο κύμα.
Ένας από τους γνωστότερους μύθους για τον Διόνυσο σώζεται στον έβδομο Ομηρικό Ύμνο. Είναι η ιστορία ενός πλοίου που γέμισε κρασί, κλήμα και κισσό καταμεσής του πελάγους — και μιας τιμωρίας που μεταμόρφωσε τους ενόχους.
Μια μέρα ο Διόνυσος στεκόταν σε ένα ακρωτήρι, στην άκρη της θάλασσας. Είχε πάρει τη μορφή ενός πολύ νεαρού άντρα: τα σκούρα μαλλιά του κυμάτιζαν στον αέρα και στους δυνατούς ώμους του φορούσε έναν πορφυρό μανδύα. Ένα καράβι με Τυρρηνούς πειρατές πέρασε από εκεί, κι εκείνοι, βλέποντας τον αρχοντικό νέο, τον πέρασαν για γιο βασιλιά. Πήδηξαν στη στεριά, τον άρπαξαν και τον έβαλαν χαρούμενοι στο πλοίο. Ο ύμνος δεν αναφέρει ρητά πώληση σε σκλαβοπάζαρο· ο αρχηγός τους περιμένει ότι ο νέος θα αποκαλύψει την οικογένεια και τα πλούτη του, πιθανότατα για να ζητήσουν λύτρα.
Θέλησαν να τον δέσουν με γερά σχοινιά — μα τα δεσμά δεν τον κρατούσαν: λύνονταν μόνα τους κι έπεφταν από τα χέρια και τα πόδια του, ενώ εκείνος καθόταν ήσυχος και χαμογελούσε με τα σκοτεινά του μάτια. Πρώτος κατάλαβε ο κυβερνήτης του πλοίου. «Δύστυχοι!» φώναξε στους συντρόφους του. «Αυτός που πιάσατε είναι θεός — ο Δίας ίσως, ο Απόλλωνας ή ο Ποσειδώνας! Αφήστε τον αμέσως στη στεριά, μην τυχόν οργιστεί και σηκώσει ανέμους και μπόρες!» Ο αρχηγός όμως τον αποπήρε περιφρονητικά και του είπε να κοιτάζει μόνο τον άνεμο και τα πανιά.
Το πλοίο ανοίχτηκε στο πέλαγος με πρίμο αέρα. Και τότε άρχισαν τα θαύματα. Πρώτα κύλησε στο κατάστρωμα κρασί μυρωδάτο, γλυκό, και μια θεϊκή ευωδιά απλώθηκε παντού· οι ναύτες κοιτάζονταν κατάπληκτοι. Ύστερα ένα κλήμα απλώθηκε πάνω στο πανί, ως την κορυφή, βαρύ από σταφύλια· γύρω από το κατάρτι τυλίχτηκε σκουρόχρωμος κισσός γεμάτος άνθη και καρπούς, και στεφάνια στόλισαν τους σκαρμούς. Τώρα πια όλοι φώναζαν στον κυβερνήτη να γυρίσει το καράβι στη στεριά. Ήταν αργά.
Ο θεός μεταμορφώθηκε μπροστά στα μάτια τους σε λιοντάρι που βρυχήθηκε φοβερά πάνω στην πλώρη· στη μέση του πλοίου έκανε να φανεί και μια αρκούδα, για να μεγαλώσει τον τρόμο. Οι ναύτες στριμώχτηκαν έντρομοι στην πρύμνη, γύρω από τον συνετό κυβερνήτη. Το λιοντάρι όρμησε κι άρπαξε τον καπετάνιο· οι υπόλοιποι, για να γλιτώσουν τη μαύρη μοίρα, πήδηξαν όλοι μαζί στη θάλασσα — και εκεί, μέσα στο κύμα, έγιναν δελφίνια.
Μόνο τον κυβερνήτη λυπήθηκε ο θεός. Τον κράτησε στο πλοίο και του φανερώθηκε: «Έχε θάρρος· βρήκες χάρη στην καρδιά μου. Εγώ είμαι ο Διόνυσος με την τρανή βοή, που με γέννησε η Σεμέλη, η κόρη του Κάδμου, από τον έρωτα του Δία.» Και τον έκανε, λέει ο ύμνος, καλότυχο και ευλογημένο.
Ο ύμνος παρουσιάζει τον θεό του κρασιού ως πηγή χαράς αλλά και ως τρομερή δύναμη για όποιον δεν αναγνωρίζει τη θεϊκή του φύση. Η μεταμόρφωση δεν σημαίνει ότι όλα τα δελφίνια θεωρούνταν κάποτε ναυτικοί· αφορά το συγκεκριμένο πλήρωμα των Τυρρηνών πειρατών.