Μυθολογία · Επίπεδο Β1
Τα βόδια του Ήλιου
Ο Οδυσσέας προειδοποίησε τους συντρόφους του, αλλά η πείνα τούς λύγισε.
Δύο φορές είχε προειδοποιηθεί ο Οδυσσέας για το ίδιο πράγμα: μία από τον Τειρεσία στον Κάτω Κόσμο και μία από την Κίρκη. Και οι δύο τον συμβούλεψαν να μην πειράξει κανείς τα ζώα του Ήλιου στη Θρινακία.
Ήταν επτά κοπάδια βόδια και επτά κοπάδια πρόβατα, πενήντα ζώα το καθένα. Δεν γεννιόνταν και δεν πέθαιναν ποτέ. Τα φύλαγαν δύο κόρες του Ήλιου.
Ο Οδυσσέας πρότεινε να μη σταματήσουν καθόλου στο νησί. Το πλήρωμα ήταν εξαντλημένο μετά τη Σκύλλα και επέμεινε. Ο Ευρύλοχος μίλησε για όλους: ήθελαν μία νύχτα στη στεριά.
Ο Οδυσσέας δέχτηκε, αλλά τους έβαλε να δώσουν βαρύ όρκο: θα έτρωγαν μόνο από τις προμήθειες του καραβιού. Ορκίστηκαν όλοι.
Την επόμενη μέρα ο νότιος άνεμος σηκώθηκε και δεν σταμάτησε. Έμειναν αποκλεισμένοι στο νησί περίπου έναν ολόκληρο μήνα.
Οι προμήθειες τελείωσαν. Άρχισαν να ψαρεύουν και να κυνηγούν πουλιά με αγκίστρια, ό,τι έβρισκαν. Και γύρω τους έβοσκαν, ήσυχα, εφτακόσια ζώα.
Ο Οδυσσέας ανέβηκε στο βουνό να προσευχηθεί μόνος. Και εκεί, γράφει ο Όμηρος, οι θεοί έριξαν επάνω του γλυκό ύπνο.
Όσο κοιμόταν, ο Ευρύλοχος μίλησε στους άντρες. Το επιχείρημά του γεννήθηκε από την απελπισία: όλοι οι θάνατοι είναι κακοί, είπε, αλλά ο χειρότερος είναι η πείνα. Ας θυσιάσουμε τα καλύτερα ζώα στους θεούς, και αν ο Ήλιος θυμώσει και βουλιάξει το καράβι, καλύτερα να πνιγούμε μονομιάς παρά να λιώνουμε εδώ.
Έσφαξαν τα βόδια. Δεν είχαν κριθάρι για τη θυσία και χρησιμοποίησαν φύλλα δρυός· δεν είχαν κρασί και έκαναν σπονδή με νερό.
Και τότε άρχισαν τα σημάδια. Τα δέρματα κουνιόνταν στο χώμα. Το κρέας μούγκριζε πάνω στη σούβλα, ψημένο και ωμό μαζί.
Ο Οδυσσέας ξύπνησε και μύρισε τον καπνό. Κατάλαβε αμέσως.
Ο Ήλιος ανέβηκε στον Όλυμπο και ζήτησε δικαιοσύνη με μια απειλή που κανένας θεός δεν είχε κάνει: αν δεν τιμωρηθούν, θα κατέβει στον Άδη και θα λάμπει για τους νεκρούς. Ο Δίας υποσχέθηκε.
Έξι μέρες έτρωγαν. Την έβδομη ο άνεμος γύρισε και έφυγαν. Μόλις έχασαν από τα μάτια τους τη στεριά, ήρθε μαύρο σύννεφο. Ο Δίας έριξε κεραυνό στο καράβι. Το κατάρτι έπεσε και το σκαρί διαλύθηκε. Κανένας από τους συντρόφους δεν σώθηκε.
Μόνο ο Οδυσσέας, που δεν είχε φάει από τα ζώα, συνέχισε το ταξίδι.
Ο Όμηρος το δηλώνει στους πρώτους στίχους της Οδύσσειας, πριν αρχίσει καν η ιστορία: χάθηκαν από τη δική τους «ατασθαλία», δηλαδή από μια βαριά και παράτολμη πράξη. Η πείνα εξηγεί την απελπισία τους, χωρίς όμως να αλλάζει το τέλος που προαναγγέλλει το έπος.