Μυθολογία · Επίπεδο Α2
Ο Απόλλωνας και η Δάφνη
Δύο βέλη του Έρωτα, μια νύμφη που έτρεχε και ένα δέντρο που έμεινε ιερό.
Στην εκδοχή του Ρωμαίου ποιητή Οβίδιου, ο Απόλλωνας, ο θεός του φωτός και της μουσικής, κορόιδεψε μια μέρα τον Έρωτα — και το πλήρωσε ακριβά.
Ο Απόλλωνας είχε μόλις σκοτώσει με τα βέλη του ένα μεγάλο φίδι, τον Πύθωνα, και ήταν περήφανος. Όταν είδε τον μικρό Έρωτα με το τόξο του, γέλασε: «Τι κάνεις εσύ με τα βέλη; Τα βέλη είναι για δυνατούς θεούς, όχι για παιδιά.»
Ο Έρωτας θύμωσε. Είχε δύο βέλη: ένα χρυσό, που έφερνε αγάπη, και ένα μολυβένιο, που έδιωχνε την αγάπη. Με το χρυσό βέλος χτύπησε τον Απόλλωνα. Με το μολυβένιο χτύπησε τη Δάφνη, μια όμορφη νύμφη, κόρη του ποτάμιου θεού Πηνειού. Σε άλλες αρχαίες πηγές, πατέρας της είναι ο ποταμός Λάδωνας.
Το βέλος γέμισε τον Απόλλωνα με έρωτα για τη Δάφνη. Εκείνη όμως δεν ήθελε ούτε έρωτα ούτε γάμο. Αγαπούσε μόνο το δάσος και το κυνήγι.
Ο Απόλλωνας έτρεξε πίσω της. «Στάσου! Μη φοβάσαι!» φώναζε. «Δεν είμαι εχθρός!» Η Δάφνη έτρεχε πιο γρήγορα. Ο θεός όμως ερχόταν όλο και πιο κοντά.
Όταν η Δάφνη έφτασε στο ποτάμι του πατέρα της, φώναξε: «Πατέρα, βοήθησέ με! Άλλαξε τη μορφή μου!» Αμέσως τα πόδια της έγιναν ρίζες. Το σώμα της έγινε κορμός. Τα χέρια της έγιναν κλαδιά και τα μαλλιά της φύλλα. Η νύμφη έγινε δέντρο — η δάφνη.
Ο Απόλλωνας αγκάλιασε το δέντρο πολύ λυπημένος. «Δεν θα γίνεις γυναίκα μου», είπε, «αλλά θα είσαι για πάντα το ιερό μου δέντρο. Τα φύλλα σου θα στολίζουν το κεφάλι μου.» Αργότερα οι νικητές των Πύθιων αγώνων στους Δελφούς στεφανώνονταν με ένα στεφάνι από δάφνη.