Μυθολογία · Επίπεδο Γ2
Το μαντείο των Δελφών
Για πολλούς αιώνες, άνθρωποι και πόλεις ζητούσαν τη συμβουλή του Απόλλωνα.
Σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση, ο Δίας θέλησε να βρει το κέντρο της γης. Άφησε δύο αετούς από τις δύο άκρες του κόσμου να πετάξουν ο ένας προς τον άλλο. Συναντήθηκαν στους Δελφούς, όπου βρισκόταν η ιερή πέτρα που λεγόταν ομφαλός.
Το ιερό ήταν χτισμένο σε μια απότομη πλαγιά, κάτω από δύο τεράστιους βράχους. Δεν είναι εύκολο μέρος για πόλη· δεν έχει λιμάνι, ούτε κάμπο.
Και όμως, για πολλούς αιώνες, βασιλιάδες, στρατηγοί, ιδιώτες και ολόκληρες πόλεις ζητούσαν εκεί θεϊκή συμβουλή πριν από σημαντικές αποφάσεις.
Η διαδικασία ήταν αυστηρή.
Οι διαθέσιμες ημέρες ήταν περιορισμένες και άλλαξαν με τον χρόνο. Σε μια γνωστή μεταγενέστερη πρακτική, οι χρησμοί δίνονταν μία ημέρα τον μήνα για τους εννέα μήνες κατά τους οποίους ο Απόλλωνας θεωρούνταν παρών στους Δελφούς. Οι ερωτώντες περίμεναν σε σειρά — και υπήρχε και πληρωμή, και θυσία, και προτεραιότητα για όσες πόλεις είχαν κερδίσει το δικαίωμα να ρωτούν πρώτες.
Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, πριν από τον χρησμό έριχναν κρύο νερό πάνω σε μια κατσίκα. Αν το ζώο δεν έτρεμε ολόκληρο, η μέρα θεωρούνταν ακατάλληλη και όλοι γύριζαν πίσω.
Την απάντηση την έδινε η Πυθία.
Η Πυθία ήταν γυναίκα που επιλεγόταν από την κοινότητα των Δελφών. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης γράφει ότι αρχικά διάλεγαν νεαρές παρθένες. Μετά την απαγωγή μιας Πυθίας, όρισαν να υπηρετούν γυναίκες άνω των πενήντα ετών, οι οποίες φορούσαν ενδυμασία νεαρής κοπέλας.
Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη μόρφωση. Ο Πλούταρχος, που υπήρξε ιερέας εκεί, γράφει ότι στην εποχή του η Πυθία ήταν αγρότισσα από φτωχή οικογένεια, χωρίς καμία εκπαίδευση.
Καθόταν σε τρίποδα μέσα στο άδυτο του ναού και συνδεόταν τελετουργικά με τη δάφνη, το ιερό φυτό του Απόλλωνα.
Ο Στράβων περιγράφει ένα χάσμα από το οποίο ανέβαινε πνεύμα, ενώ και ο Πλούταρχος συζητά μια μαντική αναθυμίαση. Οι μαρτυρίες αυτές είναι μεταγενέστερες από την ακμή του μαντείου και δεν αρκούν για να ανασυνθέσουμε με βεβαιότητα όσα συνέβαιναν στο άδυτο.
Στα τέλη του 20ού αιώνα, γεωλόγοι και χημικοί εξέτασαν ξανά την περιοχή.
Πρότειναν ότι κοντά στον ναό συναντώνται δύο ρήγματα και ότι αέρια υδρογονανθράκων μπορούσαν να φτάνουν στην επιφάνεια. Μία ομάδα θεώρησε πιθανό το αιθυλένιο, ουσία που σε ορισμένη συγκέντρωση μπορεί να προκαλέσει ευφορία και μεταβολή της συνείδησης.
Η ερμηνεία αυτή παραμένει αμφισβητούμενη. Άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι δεν αποδείχθηκε η παρουσία αρκετού αιθυλενίου στον αρχαίο χώρο ώστε να προκληθεί μέθη. Η γεωλογία, επομένως, δεν έχει εξηγήσει οριστικά την κατάσταση της Πυθίας ούτε έχει αποδείξει κάθε λεπτομέρεια των πηγών.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο των Δελφών δεν είναι πάντως το πώς.
Είναι το πώς οι άνθρωποι κατανοούσαν όσα άκουγαν. Πολλοί σωζόμενοι χρησμοί καταγράφηκαν αρκετό καιρό μετά τα γεγονότα και είχαν προηγουμένως κυκλοφορήσει προφορικά. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να θεωρούμε βέβαιο ότι διατηρούν κατά λέξη την αρχική απάντηση.
Ο Ηράκλειτος το διατύπωσε καλύτερα από όλους: «ο άρχοντας των Δελφών ούτε λέει ούτε κρύβει — σημαίνει».
Δηλαδή δίνει σημάδι, όχι απάντηση.
Ο Ηρόδοτος αφηγείται ότι στον Κροίσο είπαν πως, αν περάσει τον ποταμό Άλυ, θα καταλύσει μεγάλη αρχή. Την κατέλυσε: ήταν η δική του.
Στην ηροδότεια αφήγηση, όταν πλησίαζε ο περσικός στρατός, οι Αθηναίοι πήραν πρώτα έναν χρησμό απελπιστικό και ύστερα, όταν επέμειναν, έναν δεύτερο: ότι θα σωθούν πίσω από «ξύλινο τείχος».
Στην Αθήνα έγινε μεγάλη συζήτηση. Μερικοί ερμηνευτές έλεγαν ότι εννοούσε τον παλιό φράχτη της Ακρόπολης. Ο Θεμιστοκλής υποστήριξε ότι εννοούσε τα καράβια.
Επικράτησε ο Θεμιστοκλής, και στη Σαλαμίνα φάνηκε ότι είχε δίκιο.
Αλλά το ουσιαστικό είναι ότι ο χρησμός δεν πήρε μόνος του την απόφαση. Οι Αθηναίοι έπρεπε να συζητήσουν δημόσια και να επιλέξουν πώς θα τον ερμηνεύσουν.
Πάνω στον ναό ήταν χαραγμένες φράσεις που τις απέδιδαν στους επτά σοφούς. Δύο έμειναν σε όλες τις γλώσσες: «γνῶθι σαυτόν» και «μηδὲν ἄγαν» — γνώρισε τον εαυτό σου, τίποτα με υπερβολή.
Και οι δύο λένε το ίδιο πράγμα σε έναν άνθρωπο που στέκεται στο κέντρο του κόσμου: ότι δεν είναι θεός.
Από εκεί πέρασε και ο Σωκράτης — έμμεσα.
Ένας φίλος του, ο Χαιρεφών, ρώτησε την Πυθία αν υπάρχει κανείς σοφότερος από τον Σωκράτη. Η απάντηση ήταν όχι.
Ο Σωκράτης, λέει ο Πλάτωνας, αναρωτήθηκε τι μπορούσε να σημαίνει η απάντηση, αφού ο θεός δεν ήταν δυνατόν να ψεύδεται. Εξέτασε ανθρώπους που θεωρούνταν σοφοί και κατέληξε ότι η δική του μικρή υπεροχή ήταν πως δεν νόμιζε ότι γνωρίζει όσα στην πραγματικότητα αγνοούσε.
Το μαντείο έχασε τη δύναμή του σιγά σιγά, μαζί με τις ελληνικές πόλεις.
Στα ρωμαϊκά χρόνια ο Πλούταρχος έγραψε τον διάλογο Περὶ τῶν ἐκλελοιπότων χρηστηρίων, για την παρακμή των μαντείων. Στο έργο εξετάζονται περισσότερες από μία εξηγήσεις. Η μείωση του πληθυσμού και των επισκεπτών είναι μία από αυτές, όχι η μοναδική τελική απάντηση.
Το μαντείο είχε ήδη παρακμάσει όταν, στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ., η αυτοκρατορική νομοθεσία απαγόρευσε τις παραδοσιακές θυσίες. Δεν διαθέτουμε ασφαλή μαρτυρία για μία συγκεκριμένη τελευταία ημέρα λειτουργίας.
Υπάρχει μια γνωστή αλλά πολύ αβέβαιη παράδοση ότι, γύρω στο 362 μ.Χ., ένας χρησμός δόθηκε στον Ορειβάσιο, απεσταλμένο του αυτοκράτορα Ιουλιανού, ο οποίος προσπαθούσε να αναζωογονήσει τις παλιές λατρείες.
Λέει: «Πείτε στον βασιλιά ότι η ωραία αυλή έπεσε στη γη. Ο Απόλλωνας δεν έχει πια στέγη, ούτε δάφνη μαντική, ούτε πηγή που να μιλάει. Έσβησε και το νερό που έλεγε».
Το κείμενο σώζεται μόνο σε πολύ μεταγενέστερη πηγή. Μελετητές το θεωρούν είτε χριστιανική κατασκευή είτε χρησμό άλλου ιερού που συνδέθηκε αργότερα με τους Δελφούς. Γι' αυτό δεν μπορούμε να το ονομάσουμε με βεβαιότητα «τελευταίο χρησμό» της Πυθίας.