Μυθολογία · Επίπεδο Α1
Ο Γλαύκος και ο Διομήδης
Δύο εχθροί συναντιούνται στη μάχη και θυμούνται μια παλιά φιλία.
Στην Τροία, δύο άντρες συναντιούνται στη μάχη. Ο ένας είναι Έλληνας. Ο άλλος πολεμάει με τους Τρώες.
Ο Έλληνας λέγεται Διομήδης. Ο άλλος λέγεται Γλαύκος.
Ο Διομήδης δεν επιτίθεται αμέσως. Ρωτά πρώτα: «Ποιος είσαι;» Θέλει επίσης να μάθει αν ο Γλαύκος είναι θεός, γιατί ο ίδιος δεν θέλει να πολεμήσει με θεούς.
Ο Γλαύκος τού διηγείται την ιστορία της οικογένειάς του. Λέει ότι παππούς του ήταν ο Βελλεροφόντης.
Ο Διομήδης χαίρεται όταν ακούει αυτό το όνομα.
Ο δικός του παππούς, ο Οινέας, είχε φιλοξενήσει τον παππού του Γλαύκου για είκοσι μέρες. Οι δύο άντρες έγιναν φίλοι και αντάλλαξαν δώρα.
Για τους αρχαίους Έλληνες αυτός ο δεσμός ήταν πολύ σοβαρός. Λεγόταν ξενία, δηλαδή φιλία ανάμεσα σε έναν οικοδεσπότη και έναν ξένο. Μπορούσε να περνά από τον παππού στον εγγονό.
Ο Διομήδης λέει: «Τότε δεν είμαστε εχθροί. Είμαστε φίλοι από παλιά. Θα πολεμήσω άλλους».
Και οι δύο κατεβαίνουν από τα άρματά τους. Δίνουν τα χέρια και υπόσχονται φιλία.
Ύστερα ανταλλάσσουν τις πανοπλίες τους, για να το βλέπουν όλοι.
Εδώ ο αφηγητής κάνει ένα ειρωνικό σχόλιο.
Η πανοπλία του Γλαύκου είναι από χρυσάφι. Η πανοπλία του Διομήδη είναι από χαλκό. Η μία αξίζει εκατό βόδια. Η άλλη μόνο εννέα.
Ο Όμηρος γράφει ότι ο Δίας πήρε το μυαλό του Γλαύκου εκείνη τη στιγμή.
Η ομηρική φράση «χρυσά αντί χάλκινων» χρησιμοποιείται ακόμη ως λόγια έκφραση για μια πολύ άνιση ανταλλαγή.
Αλλά η ιστορία δεν είναι για τα όπλα. Δύο άντρες σε πόλεμο βρήκαν έναν λόγο να μη σκοτωθούν.