Μυθολογία · Επίπεδο Γ1
Ο Τειρεσίας
Ο τυφλός μάντης της Θήβας, που έβλεπε καθαρότερα από όλους τους βασιλιάδες.
Σε πολλές ιστορίες για τις κρίσεις της Θήβας εμφανίζεται η ίδια μορφή: ένας τυφλός γέροντας που ακουμπά στο ραβδί του και λέει αλήθειες που κανείς δεν θέλει να ακούσει. Είναι ο Τειρεσίας, ο πιο ξακουστός μάντης του αρχαίου κόσμου.
Ο Τειρεσίας ήταν γιος της νύμφης Χαρικλώς και έζησε, κατά την παράδοση, επί επτά γενιές ανθρώπων, υπηρετώντας ως μάντης τους βασιλιάδες της Θήβας από τον Κάδμο ως τους απογόνους του Οιδίποδα. Οι παραδόσεις εξηγούν με διαφορετικούς τρόπους την τύφλωση και το χάρισμά του. Στον πέμπτο ύμνο του Καλλίμαχου, νέος ακόμη, αντίκρισε άθελά του τη θεά Αθηνά την ώρα που λουζόταν και έχασε το φως του, σύμφωνα με έναν παλιό θεϊκό νόμο. Η Αθηνά δεν μπορούσε να αναιρέσει ό,τι είχε συμβεί, αλλά, ύστερα από τα παρακάλια της μητέρας του, του έδωσε άλλα δώρα, πολυτιμότερα από την όραση: του χάρισε την ικανότητα να καταλαβαίνει τη γλώσσα των πουλιών, ένα ραβδί που τον οδηγούσε σαν να έβλεπε, και το προνόμιο να κρατήσει τον νου του καθαρό ακόμη και στον Άδη. Κατά μια άλλη, εξίσου γνωστή εκδοχή, τον τύφλωσε η Ήρα, όταν ο Τειρεσίας — που είχε ζήσει και ως άνδρας και ως γυναίκα — πήρε το μέρος του Δία σε μια θεϊκή διαφωνία, και ο Δίας τού έδωσε ως αντάλλαγμα τη μαντική τέχνη και τη μακροζωία.
Έτσι ο τυφλός έγινε ο άνθρωπος που έβλεπε βαθύτερα από όλους. Στην τραγωδία Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή, ο Οιδίπους τον καλεί για να αποκαλύψει ποιος σκότωσε τον βασιλιά Λάιο και μολύνει την πόλη με λοιμό. Ο Τειρεσίας, γνωρίζοντας πόσο αβάσταχτη είναι η αλήθεια, αρνείται πρώτα να μιλήσει· μόνο όταν ο Οιδίπους τον κατηγορεί για συνωμοσία, ξεστομίζει το φοβερό: «ο δολοφόνος που ψάχνεις είσαι εσύ ο ίδιος». Ο βασιλιάς που έχει τα μάτια του τον περιγελά ως τυφλό — για να καταλάβει στο τέλος, όταν χάσει και ο ίδιος την όρασή του, ποιος από τους δύο έβλεπε πραγματικά.
Ο μάντης ορθώνεται και απέναντι στον Κρέοντα, στην Αντιγόνη: τον προειδοποιεί ότι οι βωμοί έχουν μολυνθεί επειδή ο Πολυνείκης μένει άταφος και ότι, αν δεν υποχωρήσει, θα χάσει δικό του άνθρωπο. Ο Κρέων τον χλευάζει και τον κατηγορεί ότι πουλά τις προφητείες του για χρήμα, όμως λυγίζει — πολύ αργά για να αποτρέψει τις συμφορές στην οικογένειά του. Και στις Βάκχες του Ευριπίδη, ο γέρος Τειρεσίας, στεφανωμένος με κισσό δίπλα στον Κάδμο, προσπαθεί μάταια να λογικέψει τον Πενθέα: ενάντια στους θεούς, του λέει, η ισχυρογνωμοσύνη δεν είναι δύναμη αλλά αρρώστια.
Σε όλες αυτές τις ιστορίες ο ρόλος του είναι ο ίδιος: φέρνει τη φωνή της αλήθειας μπροστά σε άρχοντες που δεν θέλουν να την ακούσουν, και γίνεται ο καθρέφτης της τύφλωσής τους. Κανείς δεν τον πιστεύει την ώρα που μιλά· όλοι τον δικαιώνουν όταν πια είναι αργά.
Ο Τειρεσίας πέθανε γέροντας, όταν οι απόγονοι των Επτά κατέλαβαν τη Θήβα και εκείνος, φεύγοντας με τους Θηβαίους, ήπιε νερό από την πηγή Τιλφούσα. Ακόμη και τότε όμως το χάρισμά του δεν έσβησε: στην «Οδύσσεια», η Κίρκη στέλνει τον Οδυσσέα στον Άδη ειδικά για να συμβουλευτεί τη σκιά του, γιατί μόνο σε εκείνον η Περσεφόνη επέτρεψε να κρατήσει τη φρόνησή του ανάμεσα στους νεκρούς. Έτσι ο τυφλός μάντης της Θήβας έμεινε στον μύθο ως το αιώνιο σύμβολο μιας αλήθειας απλής και πικρής: η όραση των ματιών και η όραση του νου δεν πηγαίνουν πάντοτε μαζί.