Μυθολογία · Επίπεδο Β2
Ο Επιμενίδης
Κοιμήθηκε σε μια σπηλιά ψάχνοντας ένα πρόβατο. Ξύπνησε πενήντα εφτά χρόνια μετά.
Ο Επιμενίδης ήταν ένας νέος από την Κρήτη. Ο πατέρας του τον έστειλε να βρει ένα πρόβατο που είχε χαθεί από το κοπάδι.
Το μεσημέρι, καθώς έψαχνε, ο Επιμενίδης κουράστηκε.
Βρήκε μια σπηλιά, μπήκε μέσα να ξεκουραστεί και αποκοιμήθηκε.
Ξύπνησε ήσυχα και συνέχισε να ψάχνει το πρόβατο.
Δεν το βρήκε. Γύρισε στο χωράφι — και το χωράφι είχε αλλάξει ιδιοκτήτη.
Πήγε στο σπίτι του και δεν αναγνώρισε κανέναν.
Στο τέλος βρήκε τον μικρότερο αδελφό του — που τώρα ήταν γέρος.
Από εκείνον έμαθε πόσο είχε κοιμηθεί: πενήντα εφτά χρόνια.
Ο Διογένης Λαέρτιος, που μας τα διηγείται, προσθέτει ότι μετά από αυτό ο Επιμενίδης έγινε διάσημος σε όλη την Ελλάδα και τον θεωρούσαν αγαπημένο των θεών.
Η αρχαία παράδοση συνδέει τον παράξενο ύπνο του με ένα δεύτερο επεισόδιο, το οποίο επίσης έφτασε σε εμάς μέσα από μεταγενέστερες αφηγήσεις.
Γύρω στο 600 π.Χ., η Αθήνα είχε ένα πρόβλημα.
Χρόνια πριν, ο Κύλων και οι οπαδοί του είχαν αποτύχει να καταλάβουν την Ακρόπολη. Μερικοί κατέφυγαν ως ικέτες στο άγαλμα της Αθηνάς. Όταν πείστηκαν να κατεβούν για να δικαστούν, κρατούσαν ένα νήμα δεμένο στο άγαλμα. Το νήμα κόπηκε κοντά στο ιερό των Ερινύων. Τότε οι άρχοντες σκότωσαν αρκετούς από τους ικέτες, ακόμη και κοντά στους βωμούς.
Η πράξη θεωρήθηκε ιεροσυλία και άφησε στην πόλη το λεγόμενο Κυλώνειο άγος. Οι πηγές συνδέουν την πρόσκληση του Επιμενίδη με φόβους για θρησκευτικό μίασμα, πολιτική διχόνοια και μια επιδημία.
Οι Αθηναίοι κάλεσαν τον Κρητικό.
Ο Επιμενίδης δεν έκανε τίποτα εντυπωσιακό. Έκανε κάτι πολύ παράξενο.
Έφερε στον Άρειο Πάγο μαύρα και άσπρα πρόβατα και τα άφησε ελεύθερα να πάνε όπου θέλουν. Έβαλε ανθρώπους να τα ακολουθήσουν.
Όπου ξάπλωνε το καθένα, εκεί το θυσίαζαν — στον θεό στον οποίο ανήκε ο τόπος.
Επειδή κανείς δεν ήξερε ποιος θεός έπρεπε να τιμηθεί σε κάθε σημείο, έκαναν τη θυσία στην κατάλληλη, αλλά ανώνυμη, θεότητα. Ο Διογένης Λαέρτιος συνδέει με αυτή την πράξη τους ανώνυμους βωμούς που υπήρχαν αργότερα στην Αττική.
Ο Παυσανίας, πολλούς αιώνες αργότερα, αναφέρει στο Φάληρο «βωμούς θεών αγνώστων».
Μια συγγενική διατύπωση εμφανίζεται στις «Πράξεις των Αποστόλων»: ο Παύλος λέει στους Αθηναίους ότι είδε βωμό με την επιγραφή «Αγνώστω Θεώ». Το κείμενο, όμως, δεν συνδέει αυτόν τον συγκεκριμένο βωμό με τον Επιμενίδη.
Κατά τον Διογένη Λαέρτιο, η επιδημία σταμάτησε μετά τον καθαρμό.
Οι Αθηναίοι θέλησαν να του δώσουν χρήματα και δώρα. Ο Επιμενίδης αρνήθηκε τα πάντα.
Ζήτησε δύο πράγματα: ένα κλαδί από την ιερή ελιά της Ακρόπολης, και συμμαχία ανάμεσα στην Αθήνα και στην πόλη του, την Κνωσό.
Έμεινε ακόμα ένα όνομα από αυτόν, σε εντελώς άλλο χώρο.
Στον Επιμενίδη αποδόθηκε ο στίχος «Κρήτες ἀεὶ ψεῦσται» — «οι Κρήτες είναι πάντα ψεύτες». Ο στίχος σώζεται ως παράθεμα στην «Προς Τίτον Επιστολή».
Επειδή αποδίδεται σε έναν Κρητικό, έγινε γνωστή ως «παράδοξο του Επιμενίδη». Αυστηρά μιλώντας, όμως, δεν είναι πραγματική λογική αντίφαση. Αν η γενίκευση είναι ψευδής, αρκεί να υπάρχει έστω ένας Κρητικός που δεν λέει πάντοτε ψέματα· δεν προκύπτει ότι όλοι λένε πάντα την αλήθεια. Το γνήσιο παράδοξο του ψεύτη έχει την πιο άμεση μορφή «αυτή η πρόταση είναι ψευδής».