Μυθολογία · Επίπεδο Β1
Ο Μελέαγρος και ο κάπρος της Καλυδώνας
Ένα μεγάλο κυνήγι, μια άδικη διαμάχη και ένα ξύλο δεμένο με τη ζωή ενός ήρωα.
Όταν ένας τεράστιος κάπρος άρχισε να καταστρέφει τη χώρα της Καλυδώνας, ο νεαρός πρίγκιπας Μελέαγρος κάλεσε τους καλύτερους ήρωες της Ελλάδας. Κανείς όμως δεν ήξερε ότι η ζωή του ίδιου του Μελέαγρου κρεμόταν από ένα κομμάτι ξύλο.
Όλα ξεκίνησαν από ένα λάθος του βασιλιά Οινέα, του πατέρα του Μελέαγρου. Μια χρονιά, όταν πρόσφερε θυσίες στους θεούς για τη σοδειά του, ξέχασε — μόνη ανάμεσα σε όλους — την Άρτεμη. Η θεά θύμωσε και έστειλε στην Καλυδώνα έναν τεράστιο άγριο κάπρο, που κατέστρεφε τα δέντρα και τα χωράφια και αποτελούσε κίνδυνο για τους κατοίκους.
Ο Μελέαγρος αποφάσισε να οργανώσει το μεγαλύτερο κυνήγι που είχε δει ποτέ η Ελλάδα. Στο κάλεσμά του ήρθαν ξακουστοί ήρωες: ο Θησέας από την Αθήνα, ο Ιάσονας, οι δίδυμοι Κάστορας και Πολυδεύκης, και μαζί τους μία μόνο γυναίκα — η Αταλάντη, η γρήγορη κυνηγός από την Αρκαδία. Μερικοί άντρες δεν ήθελαν να κυνηγήσουν δίπλα σε γυναίκα, αλλά ο Μελέαγρος επέμεινε να συμμετάσχει και εκείνη. Ο Ρωμαίος ποιητής Οβίδιος προσθέτει ότι ο ήρωας την ερωτεύτηκε μόλις την είδε.
Υπήρχε όμως και ένα παλιό μυστικό. Όταν ο Μελέαγρος ήταν μωρό, οι Μοίρες είχαν πει στη μητέρα του, την Αλθαία: «Το παιδί θα ζει όσο δεν καίγεται αυτό το ξύλο στη φωτιά». Η Αλθαία άρπαξε τότε το ξύλο από τη φωτιά, το έσβησε και το έκρυψε σε ένα σεντούκι, φυλάγοντάς το σαν θησαυρό.
Το κυνήγι ήταν δύσκολο και ο κάπρος σκότωσε μερικούς κυνηγούς. Πρώτη η Αταλάντη κατάφερε να τον χτυπήσει με βέλος, και αμέσως μετά ο Μελέαγρος τον αποτελείωσε με το δόρυ του. Ως νικητής, πήρε το δέρμα και το κεφάλι του ζώου — και τα χάρισε στην Αταλάντη, αφού εκείνη είχε χύσει πρώτη το αίμα του θηρίου.
Τότε άναψε ο καβγάς. Οι θείοι του Μελέαγρου, τα αδέλφια της Αλθαίας, θεώρησαν ντροπή να πάρει το βραβείο μια γυναίκα και το άρπαξαν από τα χέρια της. Ο Μελέαγρος, τυφλωμένος από θυμό, τους σκότωσε και τους δύο.
Όταν η Αλθαία έμαθε ότι ο γιος της είχε σκοτώσει τα αδέλφια της, ο πόνος νίκησε τη μητρική αγάπη. Άνοιξε το σεντούκι, πήρε το κρυμμένο ξύλο και το έριξε στη φωτιά. Μόλις το ξύλο κάηκε, πέθανε και ο Μελέαγρος. Η Αλθαία μετάνιωσε, αλλά ήταν πια αργά.
Η «Ιλιάδα» περιέχει μια παλαιότερη και διαφορετική μορφή της ιστορίας: δεν αναφέρει το μαγικό ξύλο και παρουσιάζει τον Μελέαγρο να αποσύρεται από τη μάχη εξαιτίας της οργής του. Το ξύλο εμφανίζεται καθαρά στον Ψευδο-Απολλόδωρο και στον Οβίδιο. Και στις δύο παραδόσεις, πάντως, ο θυμός φέρνει συμφορά σε ολόκληρη την οικογένεια.