grecfacilegrecfacile
← वापस

Μυθολογία · Επίπεδο Γ2

Ο Έρωτας και η Ψυχή (Απουλήιος)

Ένα «παραμύθι γριάς» μέσα σε λατινικό μυθιστόρημα, που έγινε η ωραιότερη αλληγορία της ψυχής.

Την ιστορία του Έρωτα και της Ψυχής δεν τη διασώζει κανένας Έλληνας ποιητής, αλλά ο Απουλήιος, λατίνος συγγραφέας του 2ου αιώνα μ.Χ., στο μυθιστόρημά του Μεταμορφώσεις (ή «Χρυσός Γάιδαρος»). Εκεί μια γριά υπηρέτρια αφηγείται σε σπηλιά ληστών ένα «όμορφο παραμύθι» — που η μεταγενέστερη παράδοση διάβασε ως αλληγορία για την περιπέτεια της ανθρώπινης ψυχής.

Σε κάποιο βασίλειο ζούσαν τρεις πριγκίπισσες, και η νεότερη, η Ψυχή, ήταν τόσο ωραία, ώστε οι άνθρωποι άρχισαν να την προσκυνούν αντί για την Αφροδίτη· οι βωμοί της θεάς έμεναν έρημοι και η στάχτη τους κρύα. Η θεά, πληγωμένη στη φιλοτιμία της, πρόσταξε τον γιο της, τον φτερωτό Έρωτα, να την κάνει να ερωτευθεί «το πιο άθλιο πλάσμα της γης». Στο μεταξύ ο χρησμός του Απόλλωνα διέταξε τον πατέρα της να στολίσει την κόρη σαν νεκρή νύφη και να την εγκαταλείψει σε έναν βράχο, προορισμένη για «τέρας που το τρέμουν και οι ίδιοι οι θεοί». Πένθιμη πομπή τη συνόδευσε στο χείλος του γκρεμού· εκεί όμως ο Ζέφυρος τη σήκωσε απαλά και την απέθεσε σε μια κοιλάδα, μπροστά σε παλάτι που δεν το είχε χτίσει ανθρώπινο χέρι.

Στο παλάτι τη διακονούσαν αόρατες φωνές, και κάθε νύχτα ερχόταν κοντά της ένας σύζυγος που δεν τον έβλεπε ποτέ — ο ίδιος ο Έρωτας, που είχε τρυπηθεί, λέει η παράδοση, με το δικό του βέλος. Έναν μόνο όρο τής έθεσε: να μη ζητήσει ποτέ να αντικρίσει το πρόσωπό του. Οι δύο αδελφές της όμως, όταν τους επιτράπηκε να την επισκεφθούν, φλογισμένες από φθόνο για την ευτυχία της, της ενέσπειραν την αμφιβολία: «Κοιμάσαι με φίδι που θα σε καταβροχθίσει». Μια νύχτα η Ψυχή πλησίασε με λυχνάρι και μαχαίρι — και είδε τον ωραιότερο των θεών. Καθώς έσκυβε συνεπαρμένη, μια καυτή σταγόνα λάδι έπεσε από το λυχνάρι στον ώμο του. Ο Έρωτας ξύπνησε και πέταξε μακριά, προφέροντας μόνο: «Ο έρωτας δεν κατοικεί μαζί με την καχυποψία».

Άρχισε τότε η περιπλάνηση της Ψυχής, που γύριζε τη γη αναζητώντας τον χαμένο σύζυγο, ώσπου παραδόθηκε η ίδια στην Αφροδίτη. Η θεά τη βασάνισε και της όρισε άθλους αδύνατους: να ξεδιαλέξει ώς το βράδυ έναν σωρό ανακατεμένους σπόρους — και τη λυπήθηκαν τα μυρμήγκια, που τους ξεχώρισαν κόκκο κόκκο· να φέρει μαλλί από χρυσόμαλλα, αγριεμένα πρόβατα — και μια καλαμιά τής ψιθύρισε να μαζέψει όσο μαλλί άφηναν στα κλαδιά· να αντλήσει νερό από την πηγή της Στυγός — και το έφερε ο αετός του Διός. Τέλος, η Αφροδίτη την έστειλε στον ίδιο τον Άδη, να ζητήσει από την Περσεφόνη ένα κουτί με «ομορφιά». Ένας πύργος, απ᾿ όπου η απελπισμένη κόρη πήγε να ριχτεί, της δίδαξε τον δρόμο του Κάτω Κόσμου· εκείνη όμως, επιστρέφοντας, δεν αντιστάθηκε στην περιέργεια — το αρχικό της αμάρτημα — και άνοιξε το κουτί. Μέσα δεν υπήρχε ομορφιά, αλλά ύπνος θανατερός, που την έριξε αναίσθητη στον δρόμο.

Ο Έρωτας, θεραπευμένος πια και αδυνατώντας να λησμονήσει, δραπέτευσε από το δωμάτιο όπου τον κρατούσε η μητέρα του, σκούπισε τον ύπνο από τα μάτια της Ψυχής και τον ξανάκλεισε στο κουτί. Ύστερα ανέβηκε στον Δία και ζήτησε την άδειά του. Ο πατέρας των θεών συγκάλεσε συνέλευση, πρόσφερε στην Ψυχή την κύλικα με την αμβροσία — «πιες, και γίνε αθάνατη» — και τέλεσε τους γάμους ενώπιον όλου του Ολύμπου· ακόμη και η Αφροδίτη χόρεψε. Από την ένωσή τους γεννήθηκε μια κόρη, που το όνομά της ήταν Ηδονή.

Το παραμύθι κρύβει διάφανη αλληγορία, την οποία υπογραμμίζουν τα ίδια τα ονόματα: η Ψυχή — λέξη που στα ελληνικά σήμαινε και την πεταλούδα — δοκιμάζεται, κατεβαίνει ώς τον θάνατο και ανασταίνεται μέσω του έρωτα στην αθανασία. Οι νεοπλατωνικοί τη διάβασαν ως πορεία της ψυχής προς το θείο, οι μεταγενέστεροι ως το αρχέτυπο κάθε ιστορίας όπου η αγάπη χάνεται από δυσπιστία και ξανακερδίζεται με δοκιμασίες — από την Πεντάμορφη και το Τέρας ώς αναρίθμητα λαϊκά παραμύθια. Λατινικό στη γλώσσα, το κείμενο του Απουλήιου παραμένει ελληνικό στην ψυχή του — κυριολεκτικά.