Μυθολογία · Επίπεδο Γ2
Ο μύθος του Ηρός
Ένας στρατιώτης επιστρέφει από τους νεκρούς και περιγράφει πώς διαλέγουμε τη ζωή μας.
Η Πολιτεία δεν τελειώνει με επιχείρημα αλλά με αφήγηση. Ο Ηρ, γιος του Αρμενίου και καταγόμενος από την Παμφυλία, σκοτώθηκε σε μάχη. Όταν μάζεψαν τα σώματα έπειτα από δέκα μέρες, τα άλλα είχαν αρχίσει να αποσυντίθενται, ενώ το δικό του παρέμενε αναλλοίωτο. Τη δωδέκατη μέρα, πάνω στη νεκρική πυρά, ξύπνησε.
Είπε ότι η ψυχή του ταξίδεψε σε έναν τόπο με τέσσερα ανοίγματα, δύο στη γη και δύο στον ουρανό. Ανάμεσά τους κάθονταν κριτές. Οι δίκαιοι έπαιρναν τον δρόμο προς τα δεξιά και πάνω, έχοντας μπροστά τους τα σημάδια της κρίσης. Οι άδικοι πήγαιναν προς τα αριστερά και κάτω, με τα σημάδια όλων των πράξεών τους στην πλάτη. Στον ίδιο τον Ηρ είπαν ότι έπρεπε να γίνει αγγελιοφόρος των νεκρών προς τους ανθρώπους και να παρατηρήσει τα πάντα.
Οι ψυχές έμειναν επτά μέρες σε ένα λιβάδι. Εκεί συναντήθηκαν όσες είχαν επιστρέψει από τα δύο ταξίδια: άλλες ήταν σκονισμένες από τη γη και άλλες καθαρές από τον ουρανό. Διηγούνταν μεταξύ τους όσα είχαν δει.
Μετά τις οδήγησαν εκεί όπου γυρίζει ο άξονας του σύμπαντος, και μια Μοίρα, η Λάχεσις, μίλησε στο πλήθος:
Ανακοίνωσε ότι άρχιζε ένας ακόμη κύκλος θνητής ζωής. Δεν θα διάλεγε ένας δαίμονας τις ψυχές· οι ίδιες θα διάλεγαν τον δαίμονά τους. Όποια τραβούσε πρώτη κλήρο θα επέλεγε πρώτη τη ζωή με την οποία θα δενόταν αναγκαστικά. Η αρετή, πρόσθεσε, δεν έχει αφέντη: ο καθένας θα λάβει περισσότερο ή λιγότερο μέρος της ανάλογα με το αν την τιμά ή την περιφρονεί. Και κατέληξε: «Αιτία είναι αυτός που επιλέγει· ο θεός είναι αναίτιος».
Έριξαν μπροστά τους πλήθος από ζωές ζώων και ανθρώπων: τυράννων και ιδιωτών, διάσημων και άσημων, πλούσιων και φτωχών, υγιών και άρρωστων. Οι ζωές ήταν πολύ περισσότερες από τις ψυχές, ώστε ακόμη και η τελευταία να έχει πραγματική επιλογή.
Και εδώ ο Πλάτωνας τοποθετεί το σημείο που τον ενδιαφέρει. Εκείνος που τράβηξε τον πρώτο κλήρο όρμησε αμέσως και διάλεξε τη μεγαλύτερη τυραννίδα. Δεν εξέτασε προσεκτικά. Μόνο αφού τη σήκωσε είδε τι περιείχε: ότι θα έτρωγε τα ίδια του τα παιδιά. Άρχισε να χτυπιέται και να κατηγορεί την τύχη και τους θεούς — τα πάντα, εκτός από τον εαυτό του. Ερχόταν, λέει ο Ηρ, από τον ουρανό: είχε ζήσει την προηγούμενη ζωή του ενάρετος, αλλά από συνήθεια και χωρίς φιλοσοφία. Δεν είχε ασκηθεί ποτέ στο να κρίνει.
Πολλές ψυχές που είχαν έρθει από τον ουρανό έκαναν βιαστικές επιλογές, επειδή δεν είχαν γνωρίσει τον πόνο. Αντίθετα, όσες είχαν υποφέρει κάτω από τη γη ήταν συνήθως πιο προσεκτικές, επειδή θυμούνταν όσα είχαν πάθει και είχαν δει να παθαίνουν οι άλλοι.
Ο Ηρ είδε τον Ορφέα να διαλέγει τη ζωή ενός κύκνου, επειδή δεν ήθελε να γεννηθεί από γυναίκα ύστερα από τον θάνατό του στα χέρια γυναικών. Ο Αίας διάλεξε λιοντάρι, επειδή θυμόταν ακόμη την κρίση για τα όπλα του Αχιλλέα, και ο Αγαμέμνονας αετό, επειδή τα βάσανά του τον είχαν κάνει να μισεί την ανθρώπινη φύση. Τελευταίος διάλεξε ο Οδυσσέας. Κουρασμένος από την παλιά του φιλοδοξία, έψαχνε τη ζωή ενός ήσυχου ιδιώτη, την οποία όλοι οι άλλοι είχαν περιφρονήσει. Τη βρήκε παραμελημένη σε μια γωνιά και είπε ότι θα την επέλεγε ακόμη κι αν είχε τραβήξει τον πρώτο κλήρο.
Ύστερα έφτασαν στην Πεδιάδα της Λήθης και στρατοπέδευσαν δίπλα στον ποταμό Αμέλητα. Όλες έπρεπε να πιουν μια ορισμένη ποσότητα νερού, αλλά όσες δεν είχαν φρόνηση ήπιαν περισσότερο και ξέχασαν τα πάντα. Τα μεσάνυχτα οι ψυχές εκτοξεύτηκαν προς τη νέα τους γέννηση σαν διάττοντες αστέρες. Ο Ηρ δεν επιτρεπόταν να πιει· έτσι μπόρεσε να θυμηθεί και να αφηγηθεί το ταξίδι του.
Η κεντρική φράση της αφήγησης —αἰτία ἑλομένου· θεὸς ἀναίτιος— τονίζει την προσωπική ευθύνη. Η τύχη καθορίζει τη σειρά της επιλογής, αλλά όχι το πόσο προσεκτικά θα εξετάσει κάθε ψυχή τη ζωή που διαλέγει.