Μυθολογία · Επίπεδο Γ2
Τα Ελευσίνια Μυστήρια
Μια πανάρχαια μύηση που υποσχόταν καλύτερη μοίρα μετά τον θάνατο.
Όταν η Δήμητρα έψαχνε την κόρη της, κάθισε να ξεκουραστεί σε ένα πηγάδι στην Ελευσίνα. Πριν φύγει από την πόλη, δίδαξε στους τοπικούς άρχοντες τις τελετές της. Ο Ομηρικός Ύμνος τις αποκαλεί «όργια σεμνά», που δεν επιτρέπεται ούτε να ερευνηθούν ούτε να κοινολογηθούν.
Ο μύθος αυτός εξηγούσε την ίδρυση ενός από τα μακροβιότερα και πιο φημισμένα ιερά του αρχαίου ελληνικού κόσμου.
Τα Μεγάλα Μυστήρια γίνονταν κάθε φθινόπωρο, τον μήνα Βοηδρομιώνα. Η γιορτή εκτεινόταν σε περίπου εννέα ημέρες, όπως εννέα ημέρες περιπλανήθηκε και η Δήμητρα νηστική στον Ύμνο.
Το πρώτο εντυπωσιακό στοιχείο δεν είναι το τελετουργικό. Είναι το ποιος μπορούσε να συμμετάσχει.
Σχεδόν όλοι.
Άντρες και γυναίκες, ελεύθεροι και δούλοι, μπορούσαν να μυηθούν. Με τον καιρό συμμετείχαν και πολλοί ξένοι, αρκεί να καταλάβαιναν ελληνικά. Αποκλείονταν όσοι θεωρούνταν ένοχοι φόνου και δεν είχαν καθαρθεί.
Για τα δεδομένα μιας κοινωνίας με αυστηρές διακρίσεις, η δυνατότητα συμμετοχής ήταν ασυνήθιστα ευρεία. Αυτό δεν σημαίνει ότι εξαφανίζονταν όλες οι κοινωνικές και οικονομικές διαφορές.
Η προετοιμασία άρχιζε με κάθαρση στη θάλασσα. Κάθε μύστης πήγαινε προς τη θάλασσα μαζί με ένα γουρουνάκι για τον τελετουργικό καθαρμό· το ζώο θυσιαζόταν στη συνέχεια.
Τη δέκατη ένατη μέρα ξεκινούσε η πομπή.
Περίπου είκοσι δύο χιλιόμετρα από την Αθήνα ως την Ελευσίνα, με τα πόδια, κατά μήκος της Ιεράς Οδού. Στην πομπή μετέφεραν την ιερή εικόνα του Ίακχου και φώναζαν το όνομά του. Σε μια γέφυρα πάνω από τον Κηφισό αντάλλασσαν σκωπτικά και συχνά τολμηρά πειράγματα, τους λεγόμενους γεφυρισμούς.
Το γέλιο μέσα στην τελετή θύμιζε και την Ιάμβη, η οποία, σύμφωνα με τον Ύμνο, είχε κάνει τη θλιμμένη Δήμητρα να χαμογελάσει.
Στο τελετουργικό περιλαμβανόταν ο κυκεώνας, ένα ποτό με νερό, κριθάρι και φλισκούνι — τα ίδια υλικά που αναφέρει ο Ύμνος για το ποτό της Δήμητρας. Με αυτό οι μύστες έσπαγαν τη νηστεία τους.
Και ύστερα έμπαιναν στο Τελεστήριο, μια τεράστια τετράγωνη αίθουσα με σκαλοπάτια γύρω γύρω και δάσος από κολόνες, που χωρούσε χιλιάδες ανθρώπους.
Από αυτό το σημείο και μετά, οι βεβαιότητές μας λιγοστεύουν.
Οι μεταγενέστερες μαρτυρίες διακρίνουν τρία στοιχεία χωρίς να μας δίνουν μια πλήρη περιγραφή: τα δρώμενα — αυτά που γίνονταν· τα λεγόμενα — αυτά που λέγονταν· και τα δεικνύμενα — αυτά που δείχνονταν.
Οι σκόρπιες μαρτυρίες μιλούν για μετάβαση από το σκοτάδι στο φως και για ιερά αντικείμενα που έδειχνε ο ιεροφάντης στους μυημένους.
Δεν ξέρουμε τι.
Η σιωπή δεν ήταν απλώς παράδοση. Η αποκάλυψη των Μυστηρίων μπορούσε να θεωρηθεί ασέβεια και να οδηγήσει σε βαριά δικαστική ποινή.
Σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση, ο Αισχύλος κατηγορήθηκε ότι αποκάλυψε κάτι σε τραγωδία του. Ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι ο ποιητής υποστήριξε πως δεν γνώριζε ότι επρόκειτο για μυστικό.
Το 415 π.Χ., λίγο πριν από τη σικελική εκστρατεία, ξέσπασε στην Αθήνα σκάνδαλο: κατηγόρησαν τον Αλκιβιάδη ότι παρωδούσε τα Μυστήρια σε ιδιωτικά σπίτια. Ενώ βρισκόταν ήδη στη Σικελία, ανακλήθηκε για να δικαστεί. Διέφυγε, αυτομόλησε στη Σπάρτη και καταδικάστηκε ερήμην στην Αθήνα.
Παρά τη μεγάλη διάρκεια της λατρείας και τον μεγάλο αριθμό μυημένων —ανάμεσά τους και επιφανείς Ρωμαίοι— δεν σώζεται μια πλήρης και αξιόπιστη περιγραφή της μύησης. Υπάρχουν μόνο αποσπασματικές αναφορές, υπαινιγμοί και μεταγενέστερες πολεμικές μαρτυρίες.
Ξέρουμε όμως τι υπόσχονταν.
Ο Ομηρικός Ύμνος το λέει καθαρά: «Ευτυχισμένος όποιος από τους ανθρώπους τα έχει δει. Όποιος δεν έχει μυηθεί, δεν έχει την ίδια μοίρα, νεκρός, κάτω στο σκοτάδι».
Δεν ήταν υπόσχεση καλύτερης ζωής εδώ. Ήταν αλλαγή στη σχέση με τον θάνατο.
Ο Κικέρωνας, που μυήθηκε και ο ίδιος, έγραψε ότι από όλα όσα έδωσε η Αθήνα στον κόσμο, τίποτα δεν είναι καλύτερο από αυτά τα μυστήρια — γιατί, προσθέτει, μας δίδαξαν όχι μόνο να ζούμε με χαρά, αλλά και να πεθαίνουμε με καλύτερη ελπίδα.
Τα Μυστήρια σταμάτησαν στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ. Οι απαγορεύσεις των παραδοσιακών θυσιών από τον Θεοδόσιο και η επιδρομή των Γότθων του Αλάριχου στην περιοχή συνδέονται με το τέλος τους, αν και οι λεπτομέρειες της τελευταίας φάσης παραμένουν αβέβαιες.
Στην ιστορικά τεκμηριωμένη μορφή τους, τα Μυστήρια επέζησαν για περισσότερο από μία χιλιετία, παρά τις αλλαγές και τις κρίσεις που μεσολάβησαν.
Το κεντρικό περιεχόμενο της μύησης δεν μπορεί πλέον να ανασυσταθεί με βεβαιότητα.