Μυθολογία · Επίπεδο Γ1
Ο Ορέστης και οι Ερινύες
Η κατάρα των Ατρειδών, μια μητροκτονία και η μυθική αρχή ενός αθηναϊκού δικαστηρίου.
Όταν ο Αγαμέμνων επέστρεψε νικητής από την Τροία, δεν τον περίμενε θρίαμβος αλλά θάνατος. Ο γιος του, ο Ορέστης, κλήθηκε να εκδικηθεί τον φόνο — και να πληρώσει το τίμημα της πιο βαριάς πράξης που μπορεί να διαπράξει άνθρωπος.
Η γενιά των Ατρειδών βάραινε από παλαιά κατάρα: στον οίκο αυτόν οι φόνοι διαδέχονταν ο ένας τον άλλον και το αίμα ζητούσε διαρκώς νέο αίμα. Η Κλυταιμνήστρα δεν είχε συγχωρήσει ποτέ στον Αγαμέμνονα τη θυσία της κόρης τους Ιφιγένειας στην Αυλίδα· όσο εκείνος πολεμούσε στην Τροία, εκείνη συνδέθηκε με τον Αίγισθο. Στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, όταν ο βασιλιάς επέστρεψε, η Κλυταιμνήστρα τον παγίδευσε μέσα σε ένα ύφασμα και τον σκότωσε.
Ο μικρός Ορέστης, μοναδικός γιος του νεκρού βασιλιά, φυγαδεύτηκε εγκαίρως στη Φωκίδα, όπου μεγάλωσε μακριά από το Άργος με αχώριστο σύντροφο τον Πυλάδη. Στο παλάτι, εν τω μεταξύ, βασίλευαν οι δολοφόνοι, και η Ηλέκτρα, η αδελφή του, ζούσε ταπεινωμένη, τρέφοντας κρυφά την ελπίδα της επιστροφής του. Όταν ενηλικιώθηκε, ζήτησε χρησμό από το μαντείο των Δελφών· ο Απόλλων τού έδωσε εντολή σαφή και αμείλικτη: όφειλε να εκδικηθεί τον φόνο του πατέρα του, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι θα σκότωνε την ίδια του τη μητέρα.
Στις Χοηφόρους του Αισχύλου, ο Ορέστης επέστρεψε κρυφά στην πατρίδα και αναγνωρίστηκε από την Ηλέκτρα κοντά στον τάφο του Αγαμέμνονα. Οι τραγωδίες του Σοφοκλή και του Ευριπίδη αφηγούνται διαφορετικά αυτή την αναγνώριση. Στην εκδοχή του Αισχύλου τα αδέλφια σχεδίασαν την εκδίκηση. Παρουσιαζόμενος ως ξένος που φέρνει την είδηση του δικού του θανάτου, ο Ορέστης μπήκε στο παλάτι, σκότωσε πρώτα τον Αίγισθο και έπειτα, παρά τις σπαρακτικές ικεσίες της, την ίδια την Κλυταιμνήστρα. Η θεϊκή εντολή είχε εκπληρωθεί, όμως η μητροκτονία παρέμενε ανοσιούργημα. Η εντολή ενός θεού δεν εξαφάνισε την ευθύνη ούτε τον πόνο της πράξης.
Την ίδια στιγμή εμφανίστηκαν μπροστά του οι Ερινύες, οι αρχαίες, σκοτεινές θεότητες που καταδιώκουν όσους χύνουν συγγενικό αίμα. Στο τέλος των Χοηφόρων μόνο ο Ορέστης τις βλέπει να πλησιάζουν και φεύγει τρομαγμένος. Στις Ευμενίδες, όμως, εμφανίζονται κανονικά ως ο χορός του έργου. Κυνηγημένος, ο Ορέστης κατέφυγε στους Δελφούς, όπου ο Απόλλων τον υπέβαλε σε τελετουργικό εξαγνισμό· οι Ερινύες, ωστόσο, αρνούνταν να υποχωρήσουν.
Ακολουθώντας τη συμβουλή του θεού, έφτασε ικέτης στην Αθήνα και αγκάλιασε το ιερό άγαλμα της Αθηνάς. Η θεά δεν θέλησε να κρίνει μόνη μια τόσο βαριά υπόθεση· στην τραγωδία ιδρύει δικαστήριο πολιτών στον Άρειο Πάγο για τις υποθέσεις φόνου. Οι Ερινύες στάθηκαν κατήγοροι και ο Απόλλωνας υπερασπίστηκε τον Ορέστη. Η Αθηνά δήλωσε ότι θα ψηφίσει υπέρ του και ότι, σε περίπτωση ισοψηφίας, εκείνος θα αθωωθεί. Οι ψήφοι πράγματι μοιράστηκαν εξίσου και ο Ορέστης αθωώθηκε.
Η υπεράσπιση του Απόλλωνα βασίζεται και σε μια παλιά, λανθασμένη για τα σημερινά δεδομένα ιδέα: ότι ο πατέρας είναι ο αληθινός γονέας και η μητέρα απλώς τρέφει το παιδί. Η Αθηνά επίσης δηλώνει ότι στηρίζει τον άντρα. Επομένως η δίκη δεν είναι πρότυπο της σημερινής ισότητας, ακόμη κι αν αντικαθιστά την εκδίκηση με συζήτηση και ψήφο.
Οι Ερινύες θύμωσαν με την απόφαση και απείλησαν την Αθήνα. Για να τις συμφιλιώσει με την πόλη, η Αθηνά τούς πρόσφερε τιμές και ιερό κάτω από τον Άρειο Πάγο. Εκείνες δέχτηκαν και υποσχέθηκαν ευλογία αντί για καταστροφή· γι’ αυτό συνδέονται με το ευνοϊκό όνομα Ευμενίδες. Στην Ορέστεια του Αισχύλου ο κύκλος της οικογενειακής εκδίκησης σταματά με έναν συμβιβασμό. Πρόκειται για τη μυθική εξήγηση ενός αθηναϊκού θεσμού, όχι για την πρώτη πραγματική δίκη στην ανθρώπινη ιστορία.







