Μυθολογία · Επίπεδο Β2
Η οργή του Αχιλλέα
Η πρώτη λέξη της Ιλιάδας δεν είναι «πόλεμος». Είναι «θυμός».
«Μῆνιν ἄειδε, θεά» — τον θυμό τραγούδα, θεά. Έτσι ανοίγει η Ιλιάδα. Το θέμα της δεν είναι ο δεκαετής πόλεμος αλλά η οργή ενός ανθρώπου, για πενήντα μέρες.
Ο Απόλλωνας έστειλε αρρώστια στο ελληνικό στρατόπεδο, επειδή ο Αγαμέμνονας αρνήθηκε να επιστρέψει τη Χρυσηίδα στον πατέρα της. Ο αρχηγός αναγκάστηκε τελικά να τη δώσει πίσω. Για να μη μείνει αυτός ο μόνος χωρίς γέρας — χωρίς το μερίδιο τιμής που ανήκε στον αρχηγό — πήρε από τον Αχιλλέα τη Βρισηίδα.
Για τους πολεμιστές του Ομήρου, το γέρας ήταν το ορατό μέτρο της τιμής τους. Όμως η Χρυσηίδα και η Βρισηίδα δεν ήταν αντικείμενα: ήταν αιχμάλωτες γυναίκες, χωρίς ελευθερία να αποφασίσουν για τη ζωή τους. Η διαμάχη των δύο αντρών μάς δείχνει και τη σκληρότητα του κόσμου στον οποίο ζούσαν.
Ο Αχιλλέας τράβηξε το σπαθί του μέσα στη συνέλευση και σκέφτηκε σοβαρά να τον σκοτώσει. Η Αθηνά κατέβηκε και τον έπιασε από τα μαλλιά — ο Όμηρος λέει ότι τη βλέπει μόνο εκείνος.
Το σπαθί γύρισε στη θήκη του. Ο Αχιλλέας όμως αποφάσισε να αποσυρθεί από τη μάχη, παρόλο που ήξερε ότι η απουσία του θα έθετε τους συντρόφους του σε κίνδυνο.
Πήρε το σκήπτρο της συνέλευσης και ορκίστηκε πάνω του: όπως αυτό το ξύλο είναι κομμένο από το δέντρο και δεν θα ξαναβγάλει ποτέ φύλλα, έτσι δεν θα γυρίσει ούτε αυτός στη μάχη. Και θα έρθει μέρα που οι Έλληνες θα πεθαίνουν και ο Αγαμέμνονας δεν θα μπορεί να κάνει τίποτα.
Ύστερα πέταξε το σκήπτρο στο χώμα και έφυγε.
Κάθισε στην ακτή και έκλαψε. Και φώναξε τη μητέρα του, τη Θέτιδα, που βγήκε από τη θάλασσα σαν ομίχλη.
Της ζήτησε να πάει στον Δία και να ζητήσει το ασυνήθιστο: να νικούν οι Τρώες. Να χάνουν οι δικοί του. Ώσπου να καταλάβουν πόσο τον χρειάζονταν.
Η μητέρα του το έκανε.
Ο Δίας δέχτηκε και κούνησε το κεφάλι — και ο Όμηρος λέει ότι ολόκληρος ο Όλυμπος σείστηκε.
Από εκεί και πέρα, όσο ο Αχιλλέας μένει στη σκηνή του, πολλοί Έλληνες σκοτώνονται και οι Τρώες φτάνουν ως τα πλοία τους.
Στη ραψωδία Ι, ο Αγαμέμνονας υποχωρεί. Στέλνει τρεις άντρες με τεράστια προσφορά: επτά πόλεις, χρυσάφι, άλογα, την κόρη του για γυναίκα, και τη Βρισηίδα πίσω με όρκο ότι δεν την άγγιξε.
Ο Αχιλλέας αρνείται όλα.
Και δίνει την πιο ανησυχητική απάντηση του ποιήματος: ότι τα βόδια και τα χρυσάφια μαζεύονται, αλλά η ψυχή του ανθρώπου δεν γυρίζει πίσω αφού βγει από τα δόντια. Και ότι, αν αυτό είναι το τίμημα, η δόξα δεν αξίζει.
Όταν ο Πάτροκλος σκοτώνεται φορώντας τα όπλα του, η οργή του Αχιλλέα δεν τελειώνει· αλλάζει στόχο. Ο ήρωας συμφιλιώνεται με τον Αγαμέμνονα και επιστρέφει στη μάχη για να εκδικηθεί τον φίλο του.
Ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Έκτορα και φέρεται με ασέβεια στο σώμα του. Η Θέτιδα τον είχε προειδοποιήσει ότι μετά τον θάνατο του Έκτορα θα ακολουθούσε σύντομα ο δικός του, αν και η Ιλιάδα τελειώνει πριν συμβεί αυτό.
Στην τελευταία ραψωδία, ο γέρος Πρίαμος μπαίνει κρυφά στη σκηνή του Αχιλλέα και του ζητά το σώμα του γιου του. Του θυμίζει τον δικό του πατέρα, τον Πηλέα. Οι δύο εχθροί κλαίνε μαζί για τους ανθρώπους που αγαπούν και ο Αχιλλέας επιστρέφει το σώμα του Έκτορα, δίνοντας χρόνο στους Τρώες να τον τιμήσουν. Η οργή που ανοίγει το ποίημα δεν εξαφανίζεται με μια νίκη· υποχωρεί όταν ο Αχιλλέας αναγνωρίζει τον πόνο ενός άλλου ανθρώπου.