Μυθολογία · Επίπεδο Β2
Ο Άδωνις
Δύο θεές τον διεκδίκησαν και ο Δίας μοίρασε τον χρόνο του.
Ο Άδωνις γεννήθηκε από ένα δέντρο. Σύμφωνα με μια αρχαία εκδοχή, η μητέρα του, η Σμύρνα ή Μύρρα, δεν τιμούσε την Αφροδίτη και η θεά την έκανε να νιώσει έναν απαγορευμένο έρωτα για τον ίδιο της τον πατέρα. Όταν εκείνος κατάλαβε τι είχε συμβεί και την κυνήγησε, οι θεοί τη λυπήθηκαν και τη μεταμόρφωσαν σε σμύρνα, το δέντρο που βγάζει αρωματικό ρετσίνι. Δέκα μήνες αργότερα ο κορμός άνοιξε και από μέσα γεννήθηκε ο Άδωνις.
Η Αφροδίτη το βρήκε και έμεινε να το κοιτάζει. Ήταν το πιο όμορφο παιδί που είχε δει. Το έβαλε σε ένα κλειστό σεντούκι και το εμπιστεύτηκε στην Περσεφόνη, στον Κάτω Κόσμο, για να το φυλάξει — χωρίς να της πει τι είχε μέσα.
Η Περσεφόνη άνοιξε το σεντούκι.
Όταν η Αφροδίτη κατέβηκε να πάρει πίσω το παιδί, η βασίλισσα του Άδη αρνήθηκε. Είχε δεθεί μαζί του και ήθελε να το κρατήσει. Οι δύο θεές μάλωσαν τόσο έντονα, ώστε το θέμα έφτασε στον Δία.
Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, ο Δίας μοίρασε τη χρονιά στα τρία: το ένα τρίτο ο Άδωνις θα το περνούσε με την Περσεφόνη, το ένα τρίτο με την Αφροδίτη και το τελευταίο όπου ήθελε ο ίδιος. Εκείνος χάρισε και το δικό του μερίδιο στην Αφροδίτη. Σε μια διαφορετική παράδοση, η Μούσα Καλλιόπη μοίρασε τον χρόνο του εξίσου ανάμεσα στις δύο θεές.
Μεγάλωσε και έγινε κυνηγός. Η Αφροδίτη τον παρακαλούσε να μένει στα μικρά ζώα — λαγούς, ελάφια — και να μην πλησιάζει ποτέ λιοντάρια ή αγριογούρουνα. Του το είπε πολλές φορές. Δεν την άκουσε.
Ένα πρωί τα σκυλιά του ξεσήκωσαν έναν κάπρο. Ο Άδωνις έριξε το δόρυ του και τον πλήγωσε, αλλά δεν τον σκότωσε. Το ζώο γύρισε και του έμπηξε τον χαυλιόδοντα στο πλευρό.
Η Αφροδίτη άκουσε τη φωνή του από ψηλά. Κατέβηκε και τον βρήκε στο χώμα. Παρόλο που ήταν αθάνατη, δεν μπορούσε να σώσει τον θνητό που αγαπούσε.
Έριξε νέκταρ στο αίμα του. Εκεί που είχαν σμίξει, φύτρωσε ένα κόκκινο λουλούδι: η ανεμώνη, που ο άνεμος την ανοίγει και ο ίδιος άνεμος ρίχνει τα πέταλά της μέσα σε λίγες μέρες.
Σε πολλές ελληνικές πόλεις, και ιδιαίτερα στην Αθήνα, οι γυναίκες γιόρταζαν τα Αδώνια μέσα στο καλοκαίρι. Φύτευαν σπόρους σε ρηχά δοχεία και ανέβαζαν τους «κήπους του Άδωνη» στις στέγες. Μέσα στη ζέστη τα φυτά φύτρωναν γρήγορα και μαραίνονταν ύστερα από λίγες μέρες. Στο τέλος της γιορτής τα μετέφεραν με θρήνους και τα έριχναν στη θάλασσα ή σε πηγές.
Οι «κήποι του Άδωνη» έγιναν παροιμιώδης εικόνα για ό,τι ανθίζει εντυπωσιακά και δεν κρατά. Ο μύθος συνδέει έτσι τον έρωτα και το πένθος με τη σύντομη ζωή της βλάστησης: κάτι ανθίζει γρήγορα, είναι όμορφο και ύστερα χάνεται.