Μυθολογία · Επίπεδο Β2
Ο θυμός του Αχιλλέα
Η ιστορία της Ιλιάδας: μια προσβολή, μια οργή και το τίμημά της.
Η Ιλιάδα, το μεγάλο έπος του Ομήρου, δεν διηγείται ολόκληρο τον Τρωικό πόλεμο. Διηγείται τον θυμό ενός ανθρώπου — του Αχιλλέα — και το βαρύ τίμημα που πλήρωσαν εξαιτίας του Έλληνες και Τρώες.
Στον δέκατο χρόνο του πολέμου, ο Χρύσης, ιερέας του Απόλλωνα, ήρθε στο στρατόπεδο των Ελλήνων προσφέροντας πλούσια λύτρα για να ελευθερώσει την κόρη του, τη Χρυσηίδα, που κρατούνταν αιχμάλωτη από τον Αγαμέμνονα. Ο αρχηγός των Ελλήνων τον έδιωξε με σκληρά λόγια, και ο Απόλλωνας, οργισμένος για την προσβολή του ιερέα του, έστειλε στο στρατόπεδο έναν φοβερό λοιμό. Για εννέα μέρες τα βέλη του θεού θέριζαν ανθρώπους και ζώα.
Όταν ο μάντης Κάλχας αποκάλυψε την αιτία, ο Αγαμέμνονας αναγκάστηκε να επιστρέψει τη Χρυσηίδα — απαίτησε όμως άλλο λάφυρο ως αντάλλαγμα: πήρε από τον Αχιλλέα τη δική του αιχμάλωτη, τη Βρισηίδα. Ο Αχιλλέας, ο μεγαλύτερος πολεμιστής των Ελλήνων, ένιωσε δημόσια ατιμασμένος. Λίγο έλειψε να τραβήξει το σπαθί του, αλλά τον συγκράτησε η Αθηνά. Ορκίστηκε τότε ότι δεν θα ξαναπολεμούσε και αποσύρθηκε στη σκηνή του, ενώ η μητέρα του, η θεά Θέτιδα, παρακάλεσε τον Δία να δίνει νίκες στους Τρώες, ώσπου να αναγνωριστεί η αξία του γιου της.
Χωρίς τον Αχιλλέα, οι Έλληνες πιέζονταν όλο και περισσότερο· οι Τρώες, με αρχηγό τον Έκτορα, έφτασαν ως τα πλοία τους και απείλησαν να τα κάψουν. Ο Αγαμέμνονας έστειλε τότε απεσταλμένους στη σκηνή του Αχιλλέα — ανάμεσά τους τον πολυμήχανο Οδυσσέα — προσφέροντας χρυσάφι, άλογα, ολόκληρες πόλεις, ακόμη και γάμο με μια από τις κόρες του. Ο Αχιλλέας όμως αρνήθηκε να συμφιλιωθεί μαζί του: η προσβολή τον είχε πληγώσει περισσότερο απ' όσο μπορούσε να επανορθώσει οποιοδήποτε δώρο.
Τότε ο Πάτροκλος, ο πιο αγαπημένος του φίλος, τον ικέτεψε να του δανείσει την πανοπλία του, για να τρομάξει τους Τρώες. Ο Πάτροκλος πράγματι τους απώθησε, αλλά παρασύρθηκε ως τα τείχη της Τροίας. Εκεί ο Απόλλωνας τον ζάλισε και του έβγαλε την πανοπλία, ο Εύφορβος τον τραυμάτισε και ο Έκτορας τού έδωσε το τελειωτικό χτύπημα. Η είδηση συνέτριψε τον Αχιλλέα. Ο θυμός του για τον Αγαμέμνονα έσβησε μπροστά σε έναν νέο, τρομερότερο θυμό — για τον φονιά του φίλου του.
Με καινούρια πανοπλία, σφυρηλατημένη από τον ίδιο τον Ήφαιστο, ο Αχιλλέας επέστρεψε στη μάχη σαν θύελλα. Έξω από τα τείχη αντιμετώπισε τον Έκτορα, τον σκότωσε και, τυφλωμένος από το πάθος του, έδεσε το σώμα του στο άρμα του και το έσερνε στη σκόνη ως τα πλοία των Ελλήνων.
Το έπος όμως δεν κλείνει με εκδίκηση. Μια νύχτα, ο γέροντας Πρίαμος, βασιλιάς της Τροίας, ήρθε κρυφά στη σκηνή του Αχιλλέα και, ως ικέτης, φίλησε τα χέρια που είχαν σκοτώσει τους γιους του, ζητώντας το σώμα του Έκτορα. Ο Αχιλλέας θυμήθηκε τον δικό του πατέρα, δάκρυσε και παρέδωσε το σώμα. Η Ιλιάδα τελειώνει με την ταφή του Έκτορα — και με έναν θυμό που, επιτέλους, μαλάκωσε.