grecfacilegrecfacile

Μυθολογία · Επίπεδο Γ1

Ο Πρίαμος στη σκηνή του Αχιλλέα

Ένας πατέρας μπήκε μόνος στη σκηνή του εχθρού για να πάρει πίσω τον νεκρό γιο του.

Ο Αχιλλέας είχε σκοτώσει τον Έκτορα, αλλά ο θυμός του δεν σταμάτησε. Κάθε πρωί έδενε το σώμα στο άρμα του και το έσερνε τρεις φορές γύρω από τον τάφο του Πατρόκλου.

Δώδεκα μέρες. Οι θεοί το έβλεπαν και δεν τους άρεσε.

Τη δωδέκατη ημέρα ο Απόλλωνας μίλησε στη συνέλευση των θεών. Είπε ότι ο Αχιλλέας έχει χάσει τον οίκτο, ότι φέρεται σαν λιοντάρι και όχι σαν άνθρωπος, και ότι ατιμάζει χώμα που δεν αισθάνεται τίποτα.

Οι θεοί προστάτευαν το σώμα. Η Αφροδίτη κρατούσε μακριά τα ζώα και το άλειφε με μυρωμένο λάδι, ενώ ο Απόλλωνας το σκέπαζε από τον ήλιο, ώστε να μην καταστραφεί καθώς το έσερνε ο Αχιλλέας.

Ο Δίας έστειλε τη Θέτιδα στον γιο της με εντολή να δεχτεί λύτρα. Και έστειλε την Ίριδα στον Πρίαμο με άλλη εντολή: να πάει ο ίδιος.

Ο γέρος βασιλιάς γέμισε μια άμαξα με πλούσια λύτρα και ξεκίνησε μέσα στη νύχτα με τον κήρυκα Ιδαίο, που οδηγούσε την άμαξα. Η γυναίκα του τον παρακάλεσε να μην πάει· του είπε ότι ο άνθρωπος αυτός θα τον σκοτώσει.

Στον δρόμο τον συνάντησε ένας νεαρός που προσφέρθηκε να τον οδηγήσει. Ήταν ο Ερμής μεταμορφωμένος, σταλμένος από τον Δία. Κοίμισε τους φρουρούς και πέρασε τον Πρίαμο μέσα από όλο το ελληνικό στρατόπεδο χωρίς να τον δει κανείς.

Ο Πρίαμος μπήκε στη σκηνή μόνος.

Ο Όμηρος γράφει ότι οι άντρες μέσα τον κοίταξαν όπως κοιτάζεις έναν άνθρωπο που μπαίνει ξαφνικά σε ξένο σπίτι κυνηγημένος για φόνο: με κατάπληξη.

Ο γέρος έπεσε στα γόνατα, έπιασε τα γόνατα του Αχιλλέα και φίλησε τα χέρια του. Και ο ποιητής προσθέτει τη φράση που κρατάει ολόκληρη τη σκηνή: τα χέρια που ήταν ανδροφόνα, που του είχαν σκοτώσει τόσους γιους.

Δεν μίλησε για δίκιο και δεν ζήτησε λογαριασμό.

Είπε, με λίγα λόγια: «Θυμήσου τον πατέρα σου. Είναι στην ηλικία μου. Και εκείνος υποφέρει, αλλά έχει μια ελπίδα: ότι θα σε δει να γυρίζεις. Εγώ είχα πενήντα γιους. Οι περισσότεροι πέθαναν. Και ο ένας που κρατούσε την πόλη τον σκότωσες εσύ».

Και πρόσθεσε: «Έκανα αυτό που δεν έκανε κανένας άνθρωπος στη γη. Έφερα στα χείλη μου το χέρι εκείνου που σκότωσε τα παιδιά μου».

Ο Αχιλλέας δεν απάντησε αμέσως. Τον έσπρωξε απαλά και άρχισε να κλαίει — όχι για τον Έκτορα, αλλά για τον δικό του πατέρα και για τον Πάτροκλο.

Οι δύο έκλαψαν στην ίδια σκηνή, ο ένας δίπλα στον άλλο, για διαφορετικούς νεκρούς.

Ύστερα ο Αχιλλέας σηκώθηκε, τον σήκωσε από το χέρι και του μίλησε για τα δύο πιθάρια που βρίσκονται στο σπίτι του Δία: ένα με καλά και ένα με κακά δώρα. Σε άλλους ο Δίας δίνει ένα μείγμα και από τα δύο, ενώ σε άλλους δίνει μόνο συμφορές.

Έδωσε εντολή στις υπηρέτριες να πλύνουν και να ντύσουν το σώμα μακριά από τον Πρίαμο. Φοβόταν μήπως ο πατέρας, βλέποντας τον γιο του, θύμωνε και προκαλούσε τον Αχιλλέα, ο οποίος ίσως δεν κατάφερνε να συγκρατηθεί.

Ύστερα έφαγαν μαζί. Ο Όμηρος επιμένει σε αυτό: ότι έφαγαν, γιατί ακόμα και η Νιόβη, που της σκότωσαν και τα δώδεκα παιδιά, θυμήθηκε κάποια στιγμή να φάει.

Και όταν χόρτασαν, κάθισαν και κοιτάχτηκαν. Ο Πρίαμος θαύμαζε πόσο ωραίος ήταν ο Αχιλλέας. Ο Αχιλλέας θαύμαζε το πρόσωπο και τα λόγια του γέρου.

Ο Πρίαμος ζήτησε ανακωχή: εννέα ημέρες για το πένθος, τη δέκατη για την καύση, την ενδέκατη για τον τύμβο και επιστροφή στη μάχη τη δωδέκατη. Ο Αχιλλέας δέχτηκε ακριβώς αυτό το αίτημα.

Η «Ιλιάδα» δεν αφηγείται την άλωση της Τροίας ούτε τον θάνατο του Αχιλλέα. Τελειώνει με την κηδεία του Έκτορα και με τον στίχο: «Έτσι έθαψαν τον Έκτορα, τον δαμαστή των αλόγων». Η τελευταία της πράξη δεν είναι μια νίκη στη μάχη, αλλά μια προσωρινή επιστροφή στον οίκτο και στον σεβασμό.

Read next

All the myths →

You just read Greek.

Level A1 is free forever: the alphabet, your first words, and exercises corrected instantly.

Start level A1No credit card